Μαγειρική

 

 

Ακουλουθούν οι πιο κάτω ενότητες:

 

1.  Ελληνική Γαστρονομία
2.  Ελληνική Κουζίνα
3.  Σύγχρονο Ελληνικό Φαγητό
4.  Απλή και Υγιεινή Ελληνική Μαγειρική
5.  Παραδοσιακή Ελληνική Κουζίνα
6.  Παραδοσιακά Ελληνικά Γλυκά
7.  Τοπικά Φαγητά
8.  Ξεχωριστά Ελληνικά Προϊόντα
9.  Ελληνική Διατροφή

 

 


 

 

1. Ελληνική Γαστρονομία

 

Η γαστρονομία είναι, φυσικά, ελληνική λέξη. Η ειρωνεία όμως είναι πως η ιστορία της κουζίνας καταδεικνύει έλλειψη γαστρονομικών ελληνικών πιάτων, με εξαίρεση την αρχαιότητα, την περίοδο του Βυζαντίου και από τα τέλη του 20ου αιώνα, όπου η ελληνική κουζίνα και η ελληνική γαστρονομία υπέστησαν ριζική μεταμόρφωση.

 

Μέχρι πολύ πρόσφατα, η ελληνική κουζίνα ήταν κυρίως σπιτική. Τα εστιατόρια κατατάσσονταν σε αρκετές κατηγορίες: ψησταριές, ψαροταβέρνες, ορισμένα ειδικευμένα φαγάδικα (πατσατζίδικα, εστιατόρια με σούπες, σουβλατζίδικα, κ.λπ.) και η πάντοτε δημοφιλής συνοικιακή ταβέρνα υπό οικογενειακή συνήθως διεύθυνση, όπου η παραδοσιακή ελληνική κουζίνα ήταν και παραμένει ο στυλοβάτης της. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και του 1990, μια γενιά νέων αστών Ελλήνων επέστρεψε από τις σπουδές και τη ζωή στο εξωτερικό έχοντας αποκτήσει έναν πιο διεθνή και εκλεπτυσμένο ουρανίσκο, που ζητούσε πιο κοσμοπολίτικη κουζίνα. Στις πρώιμες αυτές δεκαετίες, αναδύθηκε μια νέα γενιά σεφ, που είδαν το επάγγελμά τους ως καριέρα και όχι ως λύση ανάγκης. Η ανοικτή αγορά της Ε.Ε. βομβάρδισε με νέα τρόφιμα το ελληνικό σούπερ-μάρκετ, εμπνέοντας στους σεφ τη διάθεση για πειραματισμούς. Στη δεκαετία του ’90, η σύγχρονη ελληνική κουζίνα χαρακτηριζόταν από το πνεύμα πως οτιδήποτε πάει με οτιδήποτε. Η λέξη fusion (με αρκετή δόση σύγχυσης) ήταν η λέξη-κλειδί στην ελληνική γαστρονομία.

 

 

2. Ελληνική Κουζίνα

 

Η ελληνική κουζίνα βασίζεται στην εποχικότητα, την απλότητα, τη διάρκεια, την εντοπιότητα και τον υγιεινό της χαρακτήρα. Η υπεροχή των ξεχωριστών ελληνικών προϊόντων, που καλλιεργούνται στο ιδανικό μεσογειακό κλίμα, έχει ενισχύσει το σεβασμό για τις γεύσεις της παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας και μαγειρικής, που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εποχικές.

 

Οι ρίζες της ελληνικής κουζίνας φθάνουν ως την αρχαιότητα. Το ελληνικό ελαιόλαδο, οι ελληνικές ελιές που καρυκεύονται λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο μέσα στους αιώνες, το ελληνικό μέλι, το κυνήγι –ιδίως τα φτερωτά θηράματα και τα κουνέλια (ή οι λαγοί σήμερα)– τα βότανα, τα βλαστάρια, αναρίθμητα αγριόχορτα, τα όσπρια, όπως η φάβα, τα μπιζέλια, τα ρεβίθια και οι φακές, τα ψάρια και θαλασσινά, τα σαλιγκάρια, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι σουσαμιού, τα δημητριακά ολικής άλεσης, και λίγα τυριά, απλώς από κατσικίσιο και πρόβειο γάλα, είναι τα διαχρονικά προϊόντα του ελληνικού τραπεζιού.

 

Εντέλει, ενώ η ελληνική κουζίνα παραμένει ακλόνητη στις αξίες της, είναι επίσης ευέλικτη, ώστε να αλλάζει μέσα στα χρόνια, χωρίς όμως να χάνει το διαχρονικό πνεύμα της.

 

 

3. Σύγχρονο Ελληνικό Φαγητό

 

Το σύγχρονο ελληνικό φαγητό έχει αφομοιωμένο στις ρίζες της αρχαίας ελληνικής κουζίνας και το χαρακτήρα των τοπικών φαγητών της, σε συνδυασμό με τις επιρροές της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που είναι γεμάτη από κάθε είδους βρώσιμη πρώτη ύλη, που λειτουργεί ως γέφυρα άμεσης επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο.

 

Μετά από μια περίοδο που μπορεί να ονομαστεί «δεκαετής ξενομανία», οι Έλληνες σεφ άρχισαν να επανεξετάζουν την κουζίνα της χώρας τους, τότε που διαγράφηκαν στον ορίζοντα οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004. Εξέτασαν συνταγές από την ελληνική περιφέρεια και βέβαια είδαν με άλλο μάτι ξεχωριστά ελληνικά προϊόντα, για να σφυρηλατήσουν μια σύγχρονη ελληνική κουζίνα και ένα σύγχρονο στυλ μαγειρικής. Για κάποιο διάστημα, οι τεχνικές της μοριακής κουζίνας ήταν το τραγούδι των σειρήνων. Παρέσυρε τους σεφ σε προσπάθειες όπως αυτή της μετατροπής της ίσως όχι συναρπαστικής, αλλά σίγουρα γευστικής ελληνικής (χωριάτικης) σαλάτας, σε ένα κομφούζιο ζελέ και αφρών. Μετά από αυτήν τη μεταβατική περίοδο, που πρόσθεσε εμπειρίες, το σύγχρονο ελληνικό φαγητό επιστρέφει σε βασικές αξίες, στην ανανέωση της παραδοσιακής ταβέρνας και σε μενού που προσφέρουν επιλογές από τοπικά φαγητά, με κατασταλαγμένη, υγιώς μοντέρνα προσέγγιση και όμορφη παρουσίαση.

 

 

4. Απλή και Υγιεινή Ελληνική Μαγειρική

 

Ενώ υπάρχουν πιάτα απαιτητικά σε χρόνο, όπως είναι ο μουσακάς και το παστίτσιο, πολύ λίγες είναι οι περίπλοκες σάλτσες και οι μακροχρόνιες μαγειρικές προετοιμασίες της ελληνικής κουζίνας. Η βασική παλέτα των ελληνικών γεύσεων (η τριάδα σκόρδο-ρίγανη-χυμός λεμονιού, οι σάλτσες τομάτας, καρυκευμένες με κανέλα και διάφορα μπαχαρικά, το ελληνικό μέλι, σε διάφορα γλυκά και αλμυρά πιάτα, ο συνδυασμός εσπεριδοειδών και μάραθου και άλλα πολλά) χαρίζει σε κάθε γεύμα αντιοξειδωτικά, μεταλλικά στοιχεία και άλλα θρεπτικά συστατικά. Στην παραδοσιακή ελληνική διατροφή, που είναι ουσιαστικά μια παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή, τα λαχανικά και τα όσπρια εμφανίζονται σε αναρίθμητα κυρίως πιάτα.

 

Τα περισσότερα κυρίως πιάτα με λαχανικά παρέχουν την ημερήσια συνιστώμενη ποσότητα λαχανικών της διατροφής. Σε συνδυασμό με ψωμί ολικής άλεσης και λίγο τυρί (πρωτεΐνη), αυτά τα γεύματα είναι πλήρη από θρεπτικής άποψης. Ο πλούτος των κυρίως πιάτων με λαχανικά προέκυψε από τις παραδόσεις της νηστείας, που υπαγορεύουν την αποχή από όλα τα ζωικά προϊόντα, περίπου για το μισό έτος. Σήμερα, οι Έλληνες είναι ένθερμοι κρεατοφάγοι, αλλά παραδοσιακά, το κρέας ήταν περιορισμένο και καταναλωνόταν ως εορταστικό φαγητό ή συνδυαζόταν με τρόφιμα βασισμένα στα χορταρικά, μαγειρεμένα στην κατσαρόλα ή στο φούρνο. Το δε εξαιρετικό παρθένο ελληνικό ελαιόλαδο καθιστά υγιεινά τα περισσότερα ελληνικά πιάτα και οι Έλληνες το καταναλώνουν σε άφθονες ποσότητες (περισσότερο από 20 λίτρα κατ’ άτομο ετησίως). Το εξαιρετικά παρθένο ελληνικό ελαιόλαδο είναι το βασικό μαγειρικό λίπος που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα και το βασικό ντρέσινγκ, με το οποίο περιχύνεται κάθε είδος σαλάτας και πολλά μαγειρευτά πιάτα, αφού αυτά ολοκληρωθούν.

 

 

5. Παραδοσιακή Ελληνική Κουζίνα

 

Η παραδοσιακή ελληνική κουζίνα είναι ένα παράδειγμα μεσογειακής διατροφής. Πολλές από τις διατροφικές συνήθειες της χώρας προέρχονται από τις επιταγές νηστείας του ελληνικού ορθόδοξου ημερολογίου, η οποία συνεπάγεται την αποχή από όλα τα ζωικά προϊόντα και τα ψάρια (αλλά όχι τα θαλασσινά που δεν έχουν αίμα) για το μισό περίπου έτος. Ως επακόλουθο, η παραδοσιακή ελληνική κουζίνα έχει αναρίθμητα χορτοφαγικά φαγητά ως κυρίως πιάτα, που βασίζονται σε εποχικά ελληνικά προϊόντα, φασόλια και όσπρια, αγριόχορτα, ζυμαρικά, ρύζι και άλλα πολλά.

 

Το κρέας στην παραδοσιακή ελληνική κουζίνα και μαγειρική προοριζόταν κυρίως για το γεύμα της Κυριακής και για εορταστικές εκδηλώσεις. Οι βασικές ζωικές πρωτεΐνες της ελληνικής διατροφής είναι το αρνί και το κατσικάκι, το χοιρινό (ιδίως σε αγροτικές κοινότητες), τα πουλερικά και ενίοτε το κυνήγι. Φυσικά, το ψάρι και τα θαλασσινά αποτελούν δημιουργικό κομμάτι της ελληνικής διατροφής. Τα εμβληματικά ελληνικά πιάτα με προϊόντα της θάλασσας είναι τα ολόκληρα ψητά ψάρια, το χταπόδι στη σχάρα και αμέτρητες συνταγές για θαλασσινά και ψάρια της κατσαρόλας, στο φούρνο, γεμιστά κ.λπ., συχνά σε συνδυασμό με λαχανικά και φασόλια.

 

Στην πραγματικότητα, πολλά πιάτα της παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας χαρακτηρίζονται από συνδυασμούς λαχανικών, φασολιών ή ρυζιού με πιο «ακριβές» πρωτεΐνες. Αυτός ήταν ένας τρόπος διεύρυνσης του κελαριού σε καιρούς έλλειψης.

 

Η παραδοσιακή ελληνική κουζίνα βασίζεται στις εποχές. Το τυπικό ελληνικό τραπέζι σπανίως στηρίζεται στην κλασική διαδοχή τριών πιάτων της δυτικής κουλτούρας. Αντ’ αυτής, γεμίζει από μία ποικιλία πιάτων, από τα οποία οι συνδαιτυμόνες «τσιμπολογούν», κατά τη διάρκεια μάλλον πολύωρων γευμάτων. Πρόκειται για την παράδοση του «μεζέ», όπου το κρασί και άλλα αλκοολούχα ποτά παίζουν σημαντικό ρόλο. Είναι μέρος της ελληνικής κουλτούρας. Μικρά πιάτα από γευστικά φαγητά, που διαφέρουν στο χρώμα, την υφή, τη θερμοκρασία και τα μπαχαρικά, προσφέρονται σε όλους και συνοδεύονται πάντα από ποτό.

 

Εντέλει, η παραδοσιακή ελληνική κουζίνα και μαγειρική είναι υγιεινές, φιλικές και γευστικές, επειδή το εξαιρετικό παρθένο ελληνικό ελαιόλαδο παίζει σημαντικό ρόλο, ως το κύριο μαγειρικό λίπος και ντρέσινγκ (ωμό) στα περισσότερα ελληνικά πιάτα, ακόμα και σε πολλά γλυκά.

 

 

6. Παραδοσιακά Ελληνικά Γλυκά

 

Τα παραδοσιακά ελληνικά γλυκά κατατάσσονται σε αρκετές κατηγορίες: μεγάλη γκάμα γλυκών με ελαιόλαδο εξελίχθηκε ως αποτέλεσμα του ημερολογίου των παραδοσιακών νηστειών. Γλυκά με φύλλο, γεμισμένα με ξηρούς καρπούς (όπως ο μπακλαβάς) ή γλυκά με φύλλο γεμισμένα με κρέμα από σιμιγδάλι και αρωματισμένα με ζάχαρη ή σιρόπι από ελληνικό μέλι συγκαταλέγονται στα πιο συνηθισμένα παραδοσιακά ελληνικά γλυκά.

 

Μια άλλη σημαντική κατηγορία παραδοσιακών ελληνικών γλυκών είναι τα μοναδικά «γλυκά κουταλιού». Φτιάχνονται από εποχικά ελληνικά φρέσκα φρούτα, φρέσκους ή και άγουρους καρπούς, που προορίζονται για ξηροί καρποί, αλλά είναι ακόμα μαλακοί μέσα στο κέλυφός τους ή ακόμα και ορισμένα λαχανικά, όπως το μελιτζανάκι και η κολοκύθα, που συντηρούνται σε απλό σιρόπι ζάχαρης.

 

 

7. Τοπικά Φαγητά

 

Η Ελλάδα υπήρξε πάντοτε το σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. Στη Βόρεια Ελλάδα (Ήπειρος, Μακεδονία και Θράκη), τα τοπικά φαγητά και η μαγειρική της υπαίθρου καθρεφτίζουν τις παραδόσεις των βοσκών, όπου τα ντόπια ελληνικά τυριά και το ελληνικό γιαούρτι έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην παραδοσιακή ελληνική διατροφή. Οι αλμυρές πίτες, που διατηρούνται αρκετά και προσφέρονται για ταξίδια –ιδεώδεις για τους περιπλανώμενους βοσκούς– αποτελούν σημαντικό κομμάτι της τοπικής μαγειρικής. Τα τουρσιά με λάχανο και πιπεριές, σε κάθε σχήμα, καυστικότητα και προετοιμασία είναι μερικά ακόμα προϊόντα της Βόρειας Ελλάδας. Η μαγειρική της Μακεδονίας και της Θράκης έχει επηρεαστεί σε τεράστιο βαθμό από τους Έλληνες πρόσφυγες που μετανάστευσαν μαζικά εδώ, μετά από την καταστροφή της Μικράς Ασίας (1922), ξεπερνώντας το ένα εκατομμύριο. Μαζί τους έφεραν τις γεύσεις της Ανατολής και την αισθητική ενός πιο αστικού, εκλεπτυσμένου τρόπου μαγειρέματος, που ήταν διανθισμένο με πολλές γαλλικές επιρροές. Πιάτα που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, όπως ο μουσακάς και το σαγανάκι, έφθασαν στην Ελλάδα μαζί με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, όντας μέσα στα τοπικά φαγητά τους.

 

Η Πελοπόννησος είναι η πατρίδα μιας κουζίνας όπου το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ένα από τα πιο σημαντικά προϊόντα της περιοχής, ρέει άφθονο σχεδόν σε κάθε τοπικό φαγητό, ιδίως στις σούπες με όσπρια και στα πιάτα με λαχανικά. Εδώ, όμως, μεγάλη σπεσιαλιτέ είναι και το χοιρινό (γουρουνοπούλα). Οι ελιές Καλαμών, οι πιο ονομαστές στον κόσμο, προέρχονται από την Πελοπόννησο. Στη δε γειτονική μαγειρική των Επτανήσων, η ενετική επιρροή είναι απτή, στα αναρίθμητα πιάτα με ιταλικά ονόματα (μπιάνκο, μπουρδέτο, πολπέτες, κ.λπ.), στην προτίμηση στα ζυμαρικά και σε πολλά ακόμη.

 

Η κουζίνα του Αιγαίου πελάγους είναι απλή. Τα ρεβίθια και η κίτρινη φάβα, οι τηγανίτες λαχανικών, οι τηγανητές πίτες λαχανικών, το ψητό κατσικάκι στο φούρνο και το ψητό ψάρι στη σχάρα είναι μερικά από τα κλασικά πιάτα της. Η κουζίνα του Αιγαίου πελάγους κορυφώνεται με αυτήν της Κρήτης, τη μητέρα της μεσογειακής διατροφής. Τα τοπικά φαγητά της Κρήτης είναι μοναδικά! Τα αγριόχορτα συνδυάζονται με τα πάντα, από κρέας έως ψάρι και σαλιγκάρια, καθώς και με όσπρια, σε πλήθος απλών, θρεπτικών, απολαυστικών πιάτων, τα οποία συμπληρώνει το άριστο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο. Επίσης, το νησί παράγει αναρίθμητα τυριά και το ονομαστό θυμαρίσιο μέλι, καθώς και λαχανικά που εξάγονται σε όλο τον κόσμο.

 

 

8. Ξεχωριστά Ελληνικά Προϊόντα

 

Κάθε κουζίνα στον κόσμο είναι το σύνολο των προϊόντων της, των συστατικών της, με άλλα λόγια αυτών των βασικών τροφίμων και συνδυασμών γεύσεων που αποτελούν το αλφάβητο του μάγειρα για τη συνέχιση των παραδόσεων και τη δημιουργία νέων πιάτων, που είναι ταυτοχρόνως αυθεντικά και σύγχρονα.

 

Η Ελλάδα είναι ευλογημένη με μεγάλη ποικιλία από ξεχωριστά ελληνικά προϊόντα, που αναπτύσσονται σε αυτό το ιδανικό μεσογειακό κλίμα. Πρωτίστως, υπάρχουν οι ελληνικές ελιές και το ελληνικό ελαιόλαδο, που είναι τόσο βασικά για τους Έλληνες όσο και το νερό. Τα ελληνικά φρέσκα φρούτα, μια μεγάλη ποικιλία από φρέσκα, εποχικά λαχανικά (όπως οι πιπεριές Φλωρίνης) και τα όσπρια, με ξεκάθαρες σχέσεις σε κάποιες περιοχές, αποτελούν το στυλοβάτη της παραδοσιακής ελληνικής μαγειρικής. Η Ελλάδα είναι επίσης ευλογημένη με πλήθος από «φυσικά γκουρμέ» προϊόντα, τρόφιμα που προέρχονται από τη στεριά ή τη θάλασσα και έχουν μακρά ιστορία: το ελληνικό μέλι, ο κρόκος Κοζάνης, η Μαστίχα Χίου, ένας μεγάλος πλούτος από ελληνικά βότανα, φρέσκα και αποξηραμένα, το αυγοτάραχο, τα ελληνικά ψάρια και θαλασσινά κ.ά. Άλλωστε, η θάλασσα προσφέρει άριστες συνθήκες για οργανωμένους ιχθυότοπους και η ιχθυοκαλλιέργεια είναι μία από τις πιο σημαντικές βιομηχανίες στην Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες καταναλώνουν ελληνικό τυρί και ελληνικό γιαούρτι, από καταβολής κόσμου. Ενώ η φέτα είναι το πιο γνωστό ελληνικό τυρί, υπάρχουν τουλάχιστον 60 ακόμα μοναδικά τυριά διαφόρων περιοχών.

 

Άλλα ξεχωριστά ελληνικά προϊόντα που καθορίζουν το ελληνικό τραπέζι και κάνουν τους Έλληνες υπερήφανους για το ιστορικό και το πολιτιστικό τους βάθος, είναι επίσης τα γλυκά και αλμυρά ελληνικά παξιμάδια.

 

  • Αυγοτάραχο
  • Ελληνικά βότανα (αποξηραμένα)
  • Ελληνικό γιαούρτι
  • Ελληνικό ελαιόλαδο
  • Ελληνικές ελιές
  • Ελληνικό μέλι
  • Ελληνικά παξιμάδια
  • Ελληνικά τυριά
  • Ελληνικά φρέσκα φρούτα
  • Μαστίχα Χίου
  • Πιπεριές Φλωρίνης
  • Φασόλια και άλλα όσπρια
  • Φέτα
  • Ψάρια και θαλασσινά

 

 

9. Ελληνική Διατροφή

 

Η ελληνική διατροφή και ειδικότερα η κρητική διατροφή έχει γίνει συνώνυμη με τη μεσογειακή διατροφή, που είναι γνωστή ως μία από τις πλέον υγιεινές στον κόσμο. Η Κρήτη συμπεριελήφθη στην ονομαστή πλέον «Έρευνα Επτά Χωρών», την οποία ξεκίνησε ο Δρ Άνσελ Κις στα τέλη της δεκαετίας του 1950, για να τεκμηριώσει το ποσοστό των καρδιοπαθειών ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς.

 

Το 1947, το Ίδρυμα Ροκφέλερ βρέθηκε στην Κρήτη για να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στους κατοίκους του νησιού που είχαν καταστραφεί από τον Πόλεμο. Τεκμηρίωσε την πενιχρή διατροφή των κατοίκων, που ήταν τότε μια δίαιτα συντήρησης, από αγριόχορτα, φρούτα, όσπρια, ψωμί και παξιμάδια κριθαριού, λίγες πρωτεΐνες και άφθονο ελαιόλαδο. Ενώ το Ίδρυμα Ροκφέλερ τρόμαξε αρχικά, βλέποντας αυτήν τη διατροφή της απόλυτης απελπισίας, προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε στη συνέχεια πως οι κάτοικοι της Κρήτης ήταν, περιέργως, υγιείς. Στο πλαίσιο αυτής της ελληνικής διατροφής (κρητικής διατροφής), δεν υπήρχε ίχνος υποσιτισμού, παρά τα δύσκολα χρόνια του Πολέμου.

 

Περίπου την ίδια εποχή, στη Νάπολη της Ιταλίας, ο νεαρός καρδιολόγος Άνσελ Κις παραξενεύτηκε, διαπιστώνοντας πως δεν υπήρχε ούτε ένας καρδιοπαθής σε όλο το νοσοκομείο που είχε υπηρετήσει στη διάρκεια του Πολέμου. Ο Κις, συνειδητοποιώντας ότι η εν λόγω ασθένεια πρέπει να σχετίζεται με τη διατροφή, ξεκίνησε μια μελέτη των καρδιοαγγειακών νοσημάτων και του τρόπου ζωής σε επτά εντελώς διαφορετικές χώρες: Ιταλία, Ολλανδία, Γιουγκοσλαβία, Φινλανδία, ΗΠΑ, Ιαπωνία και Ελλάδα. Αυτό που ανακάλυψε ήταν ότι ενώ οι Κρητικοί κατανάλωναν υπέρμετρη ποσότητα λίπους (στην ίδια θέση με τους κρεατοφάγους Φινλανδούς), δεν έπασχαν από καρδιοπάθειες. Σε αντίθεση με τους Φινλανδούς που προσλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος των (κορεσμένων) λιπών τους από το κρέας και τα ζωικά προϊόντα, οι κρητικοί χωρικοί έπαιρναν τα (ακόρεστα) λίπη τους ως ελαιόλαδο. Η κρητική διατροφή –στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος της ελληνικής διατροφής– στη δεκαετία του ’50 περιλάμβανε υδατάνθρακες (κυρίως ψωμί και παξιμάδια κριθαριού), αγριόχορτα (περισσότερο από 80 διαφορετικά), άλλα λαχανικά, φρούτα και ελαιόλαδο. Η διατροφή δεν περιλάμβανε πρακτικά καθόλου τυρί, επειδή το τυρί ήταν ένα αγαθό που έφτιαχναν και πωλούσαν και δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου κρέας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Κις είχε πια εκτιμήσει πως η κρητική διατροφή ήταν στην πραγματικότητα από τις πιο υγιεινές στον κόσμο.

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.