Γεωγραφία

Τεχνητές & Φυσικές Λίμνες της Ελλάδας

Τεχνητές Λίμνες

Κρεμαστών Στερεά
Πολυφύτου Μακεδονία
Καστρακίου Στερεά
Ταυρωπού Θεσσαλία
Πηνειού Πελοπόννησος
Πουρναρίου Ήπειρος
Μόρνου Στερεά
Αώου Ήπειρος
Στράτου Στερεά
Νησιού Μακεδονία
Σφηκιά Μακεδονία
Λάδωνα Πελοπόννησος
Ασωμάτων Μακεδονία
Λούρου Ήπειρος

 

Φυσικές Λίμνες

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΜΕΓΙΣΤΟ ΜΗΚΟΣ (χλμ.) ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΛΑΤΟΣ (χλμ.)
Τριχωνίδα Στερεά 95,840 21,490
6,700
Βόλβη Μακεδονία 70,353 21,500 6,725
Βεγορίτιδα Μακεδονία 54,311 14,800 6,900
Βιστονίδα Θράκη 45,030 12,450 6,900
Κορώνεια Μακεδονία 42,823 10,750 5,050
Mικρή Πρέσπα Μακεδονία 42,541 15,300 6,500
Μεγάλη Πρέσπα Μακεδονία 39,400 11,600 6,100
Κερκίνη Μακεδονία 37,688 14,490 5,650
Καστοριάς Μακεδονία 28,655 7,500 5,425
Ιωαννίνων Ήπειρος 19,470 7,950 5,425
Υλίκη Στερεά 19,118 10,825 5,600
Δοϊράνης Μακεδονία 15,350 8,100 2,750
Αμβρακία Στερεά 14,477 13,150 3,740
Λυσιμαχία Στερεά 13,085 6,238 3,000
Πετρών Μακεδονία 12,294 5,250 4,238
Παραλίμνη Στερεά 10,930 8,110 2,000
Οζερός Στερεά 9,450 5,200 2,683
Βουλκαρία Στερεά 9,207 4,000 3,540
Δύστος Εύβοια 5,165 4,280 2,060
Πικρολίμνη Μακεδονία 3,772 2,425 2,350
Στυμφαλία Πελοπόννησος 3,545 3,475 1,263
Μητρικού Θράκη 2,524 2,450 1,750
Σαλτίνη Στερεά 1,986 2,350 1,550
Ζάζαρη Φλώρινα 1,845 2,075 1,425
Καϊάφα Πελοπόννησος 1,680 2,900 0,875
Χειμαδίτιδα Μακεδονία 1,677 5,150 0,700
Μαραθώνα Στερεά 1,027 3,790 0,750
Μόρφη Ήπειρος 0,970 2,500
0,700
Λάμια Πελοπόννησος 0,562 1,188 0,650
Κουρνά Κρήτη 0,501 1,010 0,875
Πωγωνίτσα Στερεά 0,437 0,938 0,700
Ζηρός Ήπειρος 0,372 1,350 0,475
Προντάνη Ήπειρος 0,333 0,633
0,400
Τσεραβίνας Ήπειρος 0,275 0,938 0,600
Κόκκαλα Στερεά 0,237 1,350 0,538
Μικρή Σαλτίνη Στερεά 0,188 1,400 0,300
Κουμουνδούρου Στερεά 0,148 0,633 0,380
Αεροφωλιές Μακεδονία
0,144 1,025 0,250
Σαΐτα Ήπειρος 0,134 0,825 0,300
Αβιλαριάς Στερεά 0,125 0,650 0,350
Μουστός Πελοπόννησος 0,102 0,700 0,250

Τα νησιά της Ελλάδας

α/α

Ονομασία

Νομός

Έκταση (σε τ.χλμ)

Πληθυσμός

1.

Αγαθονήσι

Δωδεκανήσου

13,5

133

2.

Άγιος Αχίλλειος

Φλώρινας

0,475

31

3.

Άγιος Ευστράτιος

Λέσβου

43,23

296

4.

Αγκίστρι

Αττικής

11,693

766

5.

Αίγινα

Αττικής

82,639

11.127

6.

Αλατάς

Μαγνησίας

0,55

30

7.

Αλόννησος

Μαγνησίας

64,468

1.528

8.

Αμμουλιανή

Χαλκιδικής

6,896

499

9.

Αμοργός

Κυκλάδων

120,665

1.718

10.

Ανάφη

Κυκλάδων

38,345

292

11.

Άνδρος

Κυκλάδων

379,668

9.020

12.

Αντικύθηρα

Αττικής

20,043

115

13.

Αντίπαξος

Κέρκυρας

4,099

126

14.

Αντίπαρος

Κυκλάδων

34,827

635

15.

Αρκοί

Δωδεκανήσου

6,7

68

16.

Αστυπάλαια

Δωδεκανήσου

96,85

1.030

17.

Γαύδος

Χανίων

29,585

79

18.

Γυαλί

Δωδεκανήσου

2,75

66

19.

Δονούσα

Κυκλάδων

13,475

116

20.

Ελαφόνησος

Λακωνίας

18,008

611

21.

Ερεικούσσα

Κέρκυρας

4,449

228

22.

Εύβοια

Εύβοιας

3.655,07

185.626

23.

Ζάκυνθος

Ζακύνθου

402,08

30.011

24.

Ηράκλεια

Κυκλάδων

17,595

95

25.

Θάσος

Καβάλας

378,845

13.111

26.

Θήρα

Κυκλάδων

75,79

7.083

27.

Θηρασία

Κυκλάδων

9,299

245

28.

Θύμαινα

Σάμου

9,999

121

29.

Ιθάκη

Κεφαλλονιάς

96,262

3.646

30.

Ικαρία

Σάμου

255,257

7.559

31.

Ίος

Κυκλάδων

107,804

1.451

32.

Ιωαννίνων

Ιωαννίνων

0,675

464

33.

Κάλαμος

Λευκάδας

24,879

502

34.

Κάλυμνος

Δωδεκανήσου

110,875

14.295

35.

Κάρπαθος

Δωδεκανήσου

301,175

4.645

36.

Κάσος

Δωδεκανήσου

65,975

1.184

37.

Καστός

Λευκάδας

5,726

68

38.

Κέα

Κυκλάδων

130,578

1.648

39.

Kέρκυρα

Κερκύρας

592,082

96.533

40.

Kεφαλλονιά

Κεφαλλονιάς

781,482

27.649

41.

Κίμωλος

Κυκλάδων

35,712

786

42.

Κουφονήσι

Κυκλάδων

5,7

232

43.

Κρήτη

-

8.312,09

502.082

44.

Κύθηρα

Αττικής

277,971

3.354

45.

Κύθνος

Κυκλάδων

99,256

1.502

46.

Κως

Δωδεκανήσου

290,275

20.350

47.

Λειψοί

Δωδεκανήσου

15,975

574

47.

Λέρος

Δωδεκανήσου

52,95

8.127

49.

Λέσβος

Λέσβου

1.630,38

88.601

50.

Λευκάδα

Λευκάδας

302,511

19.947

51.

Λήμνος

Λέσβου

475,606

15.721

52.

Μαθράκι

Κέρκυρας

3,1

177

53.

Μεγανήσι

Λευκάδας

19,848

1.339

54.

Μεγίστη

Δωδεκανήσου

9,125

222

55.

Μήλος

Κυκλάδων

150,602

4.554

56.

Μύκονος

Κυκλάδων

85,481

5.503

57.

Νάξος

Κυκλάδων

428,125

14.037

58.

Νίσυρος

Δωδεκανήσου

41,4

916

59.

Οθωνοί

Κέρκυρας

10,075

164

60.

Οινούσσες

Χίου

14,202

703

61.

Παξοί

Κέρκυρας

25,322

2.247

62.

Πάρος

Κυκλάδων

194,516

7.881

63

Πάτμος

Δωδεκανήσου

34,05

2.534

64.

Πόρος

Αττικής

22,646

3.929

65.

Ρόδος

Δωδεκανήσου

1.398,03

87.831

66.

Ρω

Δωδεκανήσου

1,575

-

67.

Σαλαμίνα

Αττικής

94,993

28.574

68.

Σαμοθράκη

Έβρου

177,977

2.871

69.

Σάμος

Σάμου

476,198

31.629

70.

Σέριφος

Κυκλάδων

73,232

1.133

71.

Σίκινος

Κυκλάδων

41,032

290

72.

Σίφνος

Κυκλάδων

73,182

2.087

73.

Σκιάθος

Μαγνησίας

47,941

4.127

74.

Σκόπελος

Μαγνησίας

95,479

4.451

75.

Σκορπιός

Λευκάδας

0,875

-

76.

Σκύρος

Εύβοιας

209,499

2.757

77.

Σπέτσες

Αττικής

22,219

3.708

78.

Σύμη

Δωδεκανήσου

58,1

2.273

79.

Σύρος

Κυκλάδων

83,63

19.668

80.

Σχοινούσα

Κυκλάδων

7,775

140

81.

Τέλενδος

Δωδεκανήσου

4,65

90

82.

Τήλος

Δωδεκανήσου

62,825

301

83.

Τήνος

Κυκλάδων

194,206

7.730

84.

Τριζόνια

Φωκίδας

1,625

177

85.

Τρικέρι

Μαγνησίας

2,475

7

86.

Ύδρα

Αττικής

49,592

2.723

87.

Φολέγανδρος

Κυκλάδων

32,068

567

88.

Φούρνοι

Σάμου

30,272

1.203

89.

Χάλκη

Δωδεκανήσου

28,1

334

90.

Χίος

Χίου

841,583

48.700

91.

Ψαρά

Χίου

39,77

460

92.

Ψέριμος

Δωδεκανήσου

14,775

72

93.

Ψυττάλεια

Περιφέρεια Πρωτεύουσας

0,37

-

Τα Ποτάμια της Ελλάδας

Τα Ποτάμια της Ελλάδας (κατά σειρά μήκους ροής)

α/α

Ποτάμι

Μήκος Ροής (σε χλμ.)

Πηγές

1.

Αλιάκμονας

297

Γράμμος - Κόζακας

2.

Αχελώος

220

Νότια Πίνδος

3.

Πηνειός

205

Χάσια - Αντιχάσια

4.

Έβρος*

204

Βουλγαρία

5.

Νέστος*

130

Βουλγαρία

6.

Στρυμόνας*

118

Βουλγαρία

7.

Καλαμάς

115

Δούσκος

8.

Άραχθος

110

Μέτσοβο

9.

Αλφειός

110

Ταΰγετος

10.

Ενιπέας

84

Χαλκοδόνιο

11.

Ευρώτας

82

Βλαχοκερασιά

12.

Ασωπός

80

Ελικώνας - Υλίκη

13.

Λούρος

80

Τομαροχώρια

14.

Σπερχειός

80

Τυμφρηστός

15.

Μέγδοβας

78

Νότια Πίνδος

16.

Αξιός*

76

Π.Γ.Δ.Μ

17.

Αώος*

70

Βόρεια Πίνδος

18.

Γαλλικός

70

Κρούσια

19.

Λάδωνας

70

Αροάνια

20.

Μόρνος

70

Βαρδούσια

21.

Πηνειός Πελοποννήσου

70

Ερύμανθος

22.

Πάμισος Θεσσαλίας

60

Τετράζιο

23.

Λουδίας

60

Κρύα Βρύση

24.

Αχέροντας

52

Όρη Σουλίου

25.

Αγγίτης

50

Πηγή Αγγίτη

26.

Πάμισος Πελοποννήσου

48

Τετράζιο

27.

Εύηνος

40

Όρη Ναυπακτίας

28.

Ασωπός Πελ.

40

Τραχύ - Φαρμακά

29.

Γεροποταμός

32

Κόφινας

Τα βουνά της Ελλάδας

Ονομασία..........

Πληροφορίες

Ύψος

Σειρά





Άγραφα Όρη

Στερεά Ελλάδα.. Υψηλότερες κορυφές της είναι η Καράβα (2.145 μέτρα) και ο Άγιος Ηλίας.

2145

23





Αθαμανικά Όρη
(Τζουμέρκα)

Μεγάλου ύψους (2.469 μέτρα) και όγκου οροσειρά μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας, στα σύνορα των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων

2469

7





Αίνος

Το πιο σημαντικό βουνό της Κεφαλονιάς και των Επτανήσων, με υψηλότερη κορυφή τον Μέγα Σωρό (1.628 μέτρα).

1628

48





Ακαρνανικά Όρη

Μέτριου ύψους οροσειρά (1.589 μέτρα) της δυτικής Ακαρνανίας, απέναντι από τη νήσο Λευκάδα.

1589

52





Αντιχάσια Όρη

Mέτριου ύψους οροσειρά (1.416 μέτρα) της βόρειας Θεσσαλίας. Στις δυτικές προεκτάσεις τους βρίσκονται οι βράχοι των Μετεώρων.

1416

57





Αράκυνθος

Όρος της Στερεάς Ελλάδας, νότια της λίμνης Τριχωνίδας με μέγιστο ύψος 924 μέτρα. Αναπτύσσεται μεταξύ των ποταμών Αχελώου και Εύηνου.

924

86





Αραχναίο

Όρος της Αργολίδας με δύο κύριες κορυφές, μέγιστου ύψους 1.199 μέτρων που βρίσκεται μεταξύ της Επιδαύρου και του αργολικού κάμπου.

1199

70





Αροάνια Όρη

Υψηλό ορεινό σύστημα της Πελοποννήσου (2.341 μέτρα) με έντονο ανάγλυφο και βαθιές χαράδρες. Οι κορυφές τροφοδοτούν τον παραπόταμο του Αλφειού Λάδωνα.

2341

14





Αρτεμίσιο

Ένα από τα όρη που περιβάλλουν από τα ανατολικά το οροπέδιο της Τρίπολης στην Πελοπόννησο (1.648 μέτρα).

1648

46





Άσκιο

Όρος της Μακεδονίας με γενική κατεύθυνση άξονα ΒΔ-ΝΑ (2.111 μέτρα). Δυτικά του Άσκιου ρέει ο Αλιάκμονας.

2111

26





Αστερούσια

Μέτριου ύψους (1.231 μέτρα) όρος της νότιας Κρήτης.

1231

65





Αττάβυρος

Ο υψηλότερος ορεινός όγκος της Ρόδου (1.215 μέτρα).

1215

67





Βαρδούσια Όρη

Υψηλός ορεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας (2.437 μέτρα), τμήμα του ευρύτερου ορεινού συγκροτήματος της νότιας Πίνδου.

2437

11





Βαρνούς

Ορεινός όγκος της δυτικής Μακεδονίας με μέγιστο ύψος 2.177 μέτρα μεταξύ Ελλάδας και Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στην Ελλάδα ανήκουν οι νότιες πλευρές του.

2177

20





Βέρμιο

Ορεινός όγκος με γενική κατεύθυνση άξονα Β-Ν, μέγιστου ύψους 2.052 μέτρων, που κλείνει από τα δυτικά τη μεγάλη πεδιάδα Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών.

2052

27





Βέρνο

Ορεινός όγκος μέγιστου ύψους 2.128 μέτρων μεταξύ Καστοριάς και Φλώρινας.

2128

24





Βερτίσκος

Μέτριου ύψους όρος της Μακεδονίας (1.103 μέτρα) βόρεια των λιμνών Λαγκαδά και Βόλβης.

1103

77





Βόρας

Ορεινός όγκος μέγιστου ύψους 2.524 μέτρων στα σύνορα Ελλάδας και Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Νότια συνδέεται με το Βέρμιο και ανατολικά με το Πάικο όρος.

2524

3





Βούρινος

Ορεινός όγκος νοτιοδυτικά της Κοζάνης (1.621 μέτρα). Μεταξύ Βούρινου και Καμβούνιων ρέει ο Αλιάκμονας.

1621

49





Βραχιώνας

Το υψηλότερο όρος της Ζακύνθου (758 μέτρα)

758

89





Γκιώνα

Ορεινός όγκος μεγάλου ύψους (2.512 μέτρα) της Στερεάς Ελλάδας

2512

5





Γράμμος

Oρεινός όγκος της Βόρειας Πίνδου στα ελληνοαλβανικά σύνορα μέγιστου ύψους 2.520 μέτρων.

2520

4





Δίρφυς

Ορεινός όγκος της Εύβοιας προς τις ακτές του Αιγαίου Πελάγους. Μέγιστο ύψος 1.743 μέτρα.

1743

42





Δύσωρο Όρος

Οροσειρά της Μακεδονίας βορειανατολικά του Κιλκίς με μέγιστο ύψος 1.173 μέτρα. Βόρεια συνδέεται με το όρος Κερκίνη (τριεθνές) και νότια με τον Βερτίσκο.

1173

72





Δίκτη

Ορεινός όγκος της ανατολικής Κρήτης, μέγιστου ύψους 2.148 μέτρων στην κορυφή Αφέντης Χριστός.

2148

22





Ερύμανθος

Ορεινό συγκρότημα της Πελοποννήσου στα σύνορα των νομών Αχαΐας, Ηλείας και Αρκαδίας (μέγιστο ύψος 2.224 μέτρα).

2224

18





Ελικώνας

Ορεινό σύστημα της νοτιοδυτικής Βοιωτίας, που αναπτύσσεται νότια της Λιβαδιάς, παράλληλα προς τις ακτές του Κορινθιακού Κόλπου (μέγιστο ύψος 1.748 μέτρα στην κορυφή Παλιοβούνα).

1748

41





Ίδη

Στο κέντρο της Κρήτης βρίσκεται η οροσειρά Ίδη ή Ψηλορείτης με την ψηλότερη κορυφή του νησιού, την Ίδη, στα 2.456 μέτρ

2456

9





Κυλλήνη

Υψηλός ορεινός όγκος της Πελοποννήσου (2.376 μέτρα) στο νομό Κορινθίας. Περιβάλλεται από βαθιές λεκανοειδείς βυθίσεις, όπως της Στυμφαλίας και του Φενεού.

2376

13





Κτενιας

Ένα από τα όρη που περιβάλλουν από τα ανατολικά το οροπέδιο της Τρίπολης και το χωρίζουν από την Αργολίδα. Μέγιστο ύψος 1.635 μέτρα.

1635

47





Καλιακούδα

Μέτριου ύψους (1.100 μέτρα) οροσειρά της βόρειας Κρήτης στο νομό Ρεθύμνου.

1100

78





Καλλίδρομο

Μέτριου ύψους (1.372 μέτρα) ορεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας, ανατολικά της Οίτης. Η πεδινή έκταση μεταξύ Καλλίδρομου και Μαλιακού Κόλπου είναι οι λεγόμενες Θερμοπύλες, που σήμερα, λόγω των ποτάμιων προσχώσεων, έχουν πλάτος 10 περίπου χιλιομέτρων.

1372

63





Καμβούνια Όρη

Πολύπλοκος ορεινός όγκος, που ανήκει στο ορεινό σύστημα το οποίο χωρίζει τη Θεσσαλία από τη νότια Μακεδονία. Βόρεια της οροσειράς ρέει ο Αλιάκμονας και νότια ο Τιταρήσιος. Μέγιστο ύψος 1.615 μέτρα.

1615

50





Κέδρος

Ορεινός όγκος της Κρήτης, παράρτημα του Ψηλορείτη, από τον οποίο χωρίζεται με την κοιλάδα Αμαρίου. Είναι γνωστός για τις πολλές πηγές του. Μέγιστο ύψος 1.777 μέτρα.

1177

71





Κερδύλιο

Μικρού ύψους όρος της Μακεδονίας, ΒΑ της Βόλβης, μεταξύ Βερτίσκου και Παγγαίου

-

-





Κερκίνη Όρος

Οροσειρά της Μακεδονίας στα σύνορα της Ελλάδας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη Βουλγαρία, με μέγιστο ύψος 2.031 μέτρα, μήκος 70 περίπου χιλιόμετρα και πλάτος 10-15 χιλιόμετρα

2031

28





Κιθαιρώνας

Ορεινός όγκος μέγιστου ύψους 1.409 μέτρων στα δυτικά σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Το κύριο τμήμα του, μήκους 32 χιλιομέτρων, συνδέεται ανατολικά με την Πάρνηθα μέσω του οροπεδίου Σκούρτας και νότια με τον Πατέρα.

1409

59





Κουλούκωνας Όρος

Μέτριου ύψους (1.100 μέτρα) οροσειρά της βόρειας Κρήτης στο νομό Ρεθύμνου.

1100

78





Λάκμος

Γυμνός, υψηλός (2.295 μέτρα) ορεινός όγκος της περιοχής του Μετσόβου, που αποτελούσε κάποτε σύνορο της Ελλάδας. Από μορφολογική-γεωγραφική άποψη αποτελεί το βορειότερο όρος της νότιας Πίνδου.

2295

16





Λευκά Όρη

Ένας από τους τρεις κύριους ορεινούς όγκους που διασχίζουν την Κρήτη από τη δύση ως την ανατολή. Η υψηλότερη κορυφή τους, οι Πάχνες (2.453 μέτρα) είναι το δεύτερο σε ύψος σημείο του κρητικού εδάφους μετά την κορυφή Τίμιος Σταυρός του Ψηλορείτη

2453

10





Λύκαιο

Ορεινός όγκος της Πελοποννήσου, δυτικά της Μεγαλόπολης, με μέγιστο ύψος 1.419 μέτρα στην κορυφή Στεφάνι

1419

56





Μαίναλο

Ορεινός όγκος βόρεια της Τρίπολης με μέγιστο ύψος 1.981 μέτρα.







Μακρύνορος

Ορεινός όγκος που αναπτύσσεται από Β προς Ν κατά μήκος των ανατολικών παραλίων του Αμβρακικού Κόλπου.

-

-





Μαυροβούνι

Ορεινός όγκος μικρού ύψους (1.054 μέτρα) της Θεσσαλίας, που ενώνει το Πήλιο με την Όσσα. Μεταξύ Όσσας και Μαυροβούνιου βρίσκεται η κοιλάδα της Αγιάς.

1054

80





Μενοίκιο

Ορεινός όγκος της ανατολικής Μακεδονίας, μέγιστου ύψους 1.963 μέτρων. Βόρεια συνδέεται με τον Όρβηλο των ελληνο-βουλγαρικών συνόρων, ενώ από το νότιο άκρο του και μεταξύ αυτού και του Παγγαίου περνά ο δρόμος Σερρών-Δράμας.

1963

31





Μίνθη

Ορεινός όγκος της Πελοποννήσου μέγιστου ύψους 1.219 μέτρων. Ο κύριος όγκος του βρίσκεται στο νομό Ηλείας

1219

66





Μιτσικέλι

Ορεινός όγκος της Ηπείρου, μέγιστου ύψους 1.810 μέτρων. Αναπτύσσεται βόρεια της λίμνης των Ιωαννίνων

1810






Ναρθάκι

Μικρού ύψους (1.011 μέτρα) ορεινός όγκος νότια των Φαρσάλων

1011

83





Όθρυς

Ορεινό συγκρότημα, μέγιστου ύψους 1.726 μέτρων, που χωρίζει την ανατολική Στερεά Ελλάδα από τη Θεσσαλία. Αποτελούσε το όριο της Ελλάδας αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση. Είναι ο υδροκρίτης του θεσσαλικού Πηνειού και Σπερχειού ποταμού, δηλαδή καθορίζει ποια νερά θα καταλήξουν σε καθένα από τα δυο ρεύματ

1726

43





Οίτη

Εκτεταμένος ορεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας, μέγιστου ύψους 2.152 μέτρων στην κορυφή Πύργος. Δυτικά του αναπτύσσονται τα Βαρδούσια και ανατολικά του το Καλλίδρομο

2152

21





Όλυμπος

Ο υψηλότερος ορεινός όγκος της Ελλάδας και ο δεύτερος σε ύψος ολόκληρης της Βαλκανικής Χερσονήσου μετά το Ρίλο της Βουλγαρίας. Έχει γενική κατεύθυνση άξονα ΒΔ-ΝΑ, βρίσκεται μεταξύ Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Από τα βορειότερα Πιέρια χωρίζεται από τα στενά της Πέτρας και από τη νοτιότερη Όσσα από τη γνωστή για τη φυσική ομορφιά της κοιλάδα των Τεμπών, την οποία διαρρέει ο Πηνειός. Ο ορεινός όγκος του Ολύμπου μπορεί να χωριστεί σε δύο επιμέρους τμήματα, τον βόρειο ή Υψηλό και τον Κάτω Όλυμπο, που χωρίζονται από τις κοιλάδες Καρυάς και Ζιλιάνας. Ο πρώτος φτάνει σε ύψος 2.917 μέτρων, ενώ ο δεύτερος, που βρίσκεται ολόκληρος στη Θεσσαλία, δεν ξεπερνά τα 1.590 μέτρα

2917

1





Όνεια

Μικρού ύψους βουνολοφώδης περιοχή νότια της Κορίνθου. Στο ανατολικό τους τμήμα βρίσκεται πηγή στη θέση Λουτρό Ελένης

-

-





Οξυά

Oρεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας μέγιστου ύψους 1.926 μέτρων μεταξύ Τυμφρηστού και Βαρδουσίων

1926

35





Όρβηλος

Ορεινός όγκος μέγιστου ύψους 2.272 μέτρων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Νότια συνδέεται με το Μενοίκιο

2272

17





Όρη Ναυπακτίας

Ευρεία ορεινή περιοχή μέγιστου ύψους 1.472 μέτρων, βόρεια της Ναυπάκτου, που χωρίζει τις ροές Εύηνου και Μόρνου

1472

55





Όρη Παραμυθιάς

Ορεινός όγκος της Ηπείρου, ανατολικά της Παραμυθιάς, μέγιστου ύψους 1.658 μέτρων

1658

44





Όρη Σητείας

Συνολική ονομασία μικρών ορεινών όγκων (Όρνο, Δάφνη, Καλά Πλάγια, Μώδι, Ρωμανάτι κ.ά.) του νομού Λασιθίου

-

-





Όσσα

Ορεινός όγκος της Θεσσαλίας, μέγιστου ύψους 1.978 μέτρων.Αναπτύσσεται παράλληλα προς τις ακτές του Αιγαίου και χωρίζεται από τον Κάτω Όλυμπο από την κοιλάδα των Τεμπών. Νότια συνδέεται με το Πήλιο μέσω του Μαυροβουνίου, αφού παρεμβληθεί η κοιλάδα της Αγιάς.

1978

30





Όχη

Ο νοτιότερος ορεινός όγκος της Εύβοιας, μέγιστου ύψους 1.398 μέτρων στην κορυφή Άγιος Ηλίας

1398

60





Πάικο

Ορεινός όγκος της κεντρικής Μακεδονίας δυτικά της Γουμένισσας, που χωρίζει το νομό Πέλλας από το νομό Κιλκίς. Μέγιστο ύψος 1.599 μέτρα

1599

51





Παναιτωλικό

Εκτεταμένος ορεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας μέγιστου ύψους 1.924 μέτρων στην κορυφή Κυρά-Βγένα. Χωρίζει τη ροή του Αχελώου από τη ροή του Εύηνου και νότια καταλήγει στη λεκάνη της λίμνης Τριχωνίδας

1924

36





ΠαναχαΪκό

Ορεινός όγκος της Αχαΐας μέγιστου ύψους 1.926 μέτρων. Αναπτύσσεται ΝΑ της Πάτρας και χαρακτηρίζεται από βαθιές χαράδρες και κοιλάδες.

1926

34





Παντοκράτορας

Το υψηλότερο όρος της Κέρκυρας (906 μέτρα).

906

88





Παρνασσός

Υψηλός (2.457 μέτρα στην κορυφή Λικέρι) ορεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας, ανατολικά της Γκιώνας, με την οποία συνδέεται με τον επίσης υψηλό αυχένα της Άμπλιανης.

2457

8





Πάρνηθα

Το υψηλότερο και πιο εκτεταμένο ορεινό σύστημα της Αττικής με μέγιστο ύψος 1.413 μέτρα στην κορυφή Καραμπόλα και διαστάσεις 30χ13 ως 20 χιλιόμετρα.

1413

58





Πάρνωνας

Μεγάλου μήκους οροσειρά της Πελοποννήσου, μέγιστου ύψους 1.938 μέτρων στην κορυφή Μαλεβό (ή Ψάρι)

1938

32





Πατέρας

Ορεινός όγκος της Αττικής, μέγιστου ύψους 1.131 μέτρων, νότια του Κιθαιρώνα, με τον οποίο συνδέεται με το όρος Μακρύ

1131

74





Πεντέλη

Ορεινός όγκος της Αττικής, μέγιστου ύψους 1.109 μέτρων. Η Πεντέλη είναι διάσημη για το λευκό μάρμαρο που παράγει (παράγει και κυανούν κατώτερης ποιότητας).

1109

76





Πήλιο

Ορεινός όγκος της Θεσσαλίας μέγιστου ύψους 1.547 μέτρων. Βρίσκεται νότια της Όσσας με την οποία συνδέεται με το Μαυροβούνι. Η ανατολική πλευρά του, προς το Αιγαίο, είναι απόκρημνη, ενώ η δυτική κατεβαίνει πολύ πιο ομαλά προς το εσωτερικό της Μαγνησίας και του Παγασητικού Κόλπου

1547

54





Πιέρια Όρη

Ορεινός όγκος της Μακεδονίας μεταξύ των νομών Πιερίας και Κοζάνης, με μέγιστο ύψος 2.190 μέτρα. Ο άξονάς του έχει κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ.

2190

19





Πίνδος Οροσειρά

Μεγάλου μήκους και πλάτους οροσειρά, που διασχίζει το μέγιστο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας με τη μορφή «ραχοκοκαλιάς». Στην πραγματικότητα δεν αποτελείται από μία, αλλά δυο-τρεις κορυφογραμμές που αναπτύσσονται παράλληλα σε μήκος 150 περίπου χιλιομέτρων καταλαμβάνοντας πλάτος 50 χιλιομέτρων περίπου. Η οροσειρά μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από δύο μάζες, τη βόρεια και τη νότια Πίνδο, που συνδέονται στην περιοχή Μετσόβου. Η βόρεια Πίνδος ξεκινά από τον Γράμμο των ελληνοαλβανικών συνόρων και η νότια από τον Λάκμο και συνεχίζεται με τα Αθαμανικά Όρη ή Τζουμέρκα. Από γεωλογική όμως άποψη και τα βουνά της Πελοποννήσου αποτελούν συνέχεια της Πίνδου.

-

-





Ροδόπη Οροσειρά

Ένας από τους παλαιότερους ορεινούς όγκους των Βαλκανίων, που αναπτύσσεται μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Το πιο ογκώδες και με μεγαλύτερο μέσο ύψος τμήμα της Ροδόπης βρίσκεται στη γειτονική χώρα, αλλά η υψηλότερες κορυφές Κούλα (1.827 μέτρα) και Παπίκιο βρίσκονται πάνω στα σύνορα. Το ανατολικό άκρο της Ροδόπης εκφυλίζεται σταδιακά στο ανατολικό τμήμα της Θράκης στα μικρού ύψους όρη Σάπκα και Καλλιθέα (1.044 και 945 μέτρα αντίστοιχα).

1827

37





Σαγιάς

Τοπική ονομασία των νότιων προεκτάσεων του Ταΰγετου, μέγιστου ύψους 1.214 μέτρων, που αναπτύσσονται κατά μήκος της χερσονήσου της Μάνης έως το Ταίναρο.

1214

68





Σάπκα

Ορεινός όγκος της Θράκης, μέγιστου ύψους 1.044 μέτρων. Αποτελεί νοτιοανατολική προέκταση της ανατολικής Ροδόπης.

1044

81





Σκολλις

Μικρού ύψους ( 965 μέτρα) επιμήκης ορεινός όγκος της Αχαΐας, νοτιοδυτικά της Πάτρας, μεταξύ Παναχαϊκού και Ερύμανθου

965

84





Σμόλικας

Μεγάλου ύψους (2.637 μέτρα στην κορυφή Κλέφτης) ορεινός όγκος της Ηπείρου, ανατολικά της Κόνιτσας. Ανήκει στο ευρύτερο ορεινό συγκρότημα της βόρειας Πίνδου και είναι το δεύτερο σε ύψος ελληνικό βουνό μετά τον Όλυμπο.

2637

2





Στρατωνικό

Μικρού ύψους (913 μέτρα στην κορυφή Καστέλι) ορεινός όγκος της Χαλκιδικής.

913

87





Σύμβολο

Μικρού ύψους (667 μέτρα) βουνολοφώδης όγκος της Μακεδονίας, νοτιοανατολικά του Παγγαίου. Μεταξύ αυτού και του Παγγαίου διέρχεται η Εθνική Οδός Θεσσαλονίκης-Καβάλας.

667

91





Ταΰγετος

Μεγαλοπρεπής ορεινός όγκος της Πελοποννήσου μεταξύ των νομών Μεσσηνίας και Λακωνίας, μέγιστου ύψους 2.407 μέτρων στην κορυφή Προφήτης Ηλίας

2407

12





Τετράζιο

Ένας από τους ορεινούς όγκους που κλείνουν από τα δυτικά τη λεκάνη της Μεγαλόπολης. Μέγιστο ύψος 1.389 μέτρα

1389

61





Τίταρος

Ορεινός όγκος μέγιστου ύψους 1.379 μέτρων στα σύνορα ανατολικής Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Βορειοανατολικά συνδέεται με τα Πιέρια και νοτιοδυτικά με τα Καμβούνια. Μεταξύ Καμβουνίων και Τίταρου βρίσκονται τα στενά του Σαρανταπόρου, από τα οποία περνά ο δρόμος Ελασσόνας-Κοζάνης.

1379

62





Τόμαρος

Oρεινός όγκος της Ηπείρου, μέγιστου ύψους 1.816 μέτρων νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων

1816

38





Τσαμαντά Όρη

Ορεινός όγκος της Ηπείρου μεταξύ των ροών Δρίνου και Θύαμη

-

-





Τύμφη

Μεγάλου ύψους (2.497 μέτρα) ορεινός όγκος της Ηπείρου νότια της Κόνιτσας. Στη νοτιοδυτική του πλευρά αναπτύσσεται το περίφημο φαράγγι του Βίκου, που διαρρέεται από τον Βοϊδομάτη.

-

6





Τυμφρηστός

Υψηλός (2.315 μέτρα στην κορυφή Βελούχι) ορεινός όγκος της Στερεάς Ελλάδας, βόρεια του Καρπενησίου. Ανήκει στο ευρύτερο ορεινό συγκρότημα της νότιας Πίνδου και διαμορφώνει το ανάγλυφο του κεντρικού τμήματος του νομού Ευρυτανίας

2497

15





Υμηττός

Ορεινός όγκος της Αττικής, μέγιστου ύψους 1.026 μέτρων. Οι βόρειες άκρες του ξεκινούν από την περιοχή του Σταυρού και οι νότιες εκτείνονται έως τη Βουλιαγμένη-Βάρκιζα

1026

82





Υψάρι

Ο κύριος ορεινός όγκος της Θάσου μέγιστου ύψους 1.129 μέτρων

1129

75





Φαλακρό Όρος

Ορεινός όγκος του νομού Δράμας, μέγιστου ύψους 2.111 μέτρων στην κορυφή Χιονότρυπα.

2111

25





Φεγγάρι

Ο κύριος ορεινός όγκος της Σαμοθράκης, μέγιστου ύψους 1.802 μέτρων.

1802

40





Φολόη

Ορεινή περιοχή (μάλλον οροπέδιο παρά όρος) στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού Ηλείας. Μορφολογικά συνδέεται με το ευρύτερο ορεινό συγκρότημα του Ερύμανθου.

-

-





Φυλλήιο

Μικρού ύψους βουνολοφώδης όγκος μεταξύ Φαρσάλων και Λάρισας.

-

-





Χαλκοδόνιο

Μικρού ύψους (756 μέτρα) βουνολοφώδης όγκος μεταξύ των νομών Λάρισας και Μαγνησίας. Ανατολικά εκτείνεται ως το Βελεστίνο και δυτικά συνδέεται με το Φυλλήιο όρος.

756

90





Χάσια Όρη

Ευρεία ορεινή περιοχή μεταξύ Θεσσαλίας (νομός Τρικάλων) και Μακεδονίας με μέγιστο ύψος 1.564 μέτρα. Συνδέεται άμεσα με το ορεινό συγκρότημα της νότιας Πίνδου.

1564

53





Χλωμό

Μέτριου ύψους (1.080 μέτρα) ορεινός όγκος της ανατολικής Στερεάς

1080

79





Χολομώντας

Ορεινός όγκος του νομού Χαλκιδικής μέγιστου ύψους 1.164 μέτρων

1164

73





Χορτιάτης

Ορεινός όγκος μέγιστου ύψους 1.201 μέτρων στη κορυφή Κισσός, μεταξύ των νομών Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής

1201

69

Οικονομική Γεωγραφία της Ελλάδας

Περιεχόμενα

  1. Οικονομία
  2. Γεωργία
  3. Κτηνοτροφία
  4. Δασοκομία
  5. Αλιεία
  6. Ορυκτός Πλούτος
  7. Βιομηχανία
  8. Οικοδομική Δραστηριότητα
  9. Ηλεκτρισμός
  10. Εμπόριο
  11. Ναυτιλία
  12. Τουρισμός
  13. Μεταφορές
  14. Σιδηρόδρομοι
  15. Πολιτική Αεροπορία
  16. Τηλεπικοινωνίες (ΜΜΕ)
  17. Εργασία/Απασχόληση

 



 

Οικονομία

 

Η ελληνική οικονομία γνώρισε στις δεκαετίες μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μια βαθιά διαφοροποίηση και γρήγορη ανάπτυξη, δεν κατόρθωσε όμως να ολοκληρώσει το μετασχηματισμό της με τη δημιουργία αποδοτικής σε όλους τους τομείς γεωργίας και κτηνοτροφίας που να καλύπτει τις ανάγκες της χώρας και προπαντός βιομηχανίας ικανής να μειώσει την εξάρτηση από το εξωτερικό και να παράγει προϊόντα ανταγωνιστικά των ξένων στις διεθνείς αγορές.

 

Οι λόγοι της καθυστέρησης αυτής, της οποίας οι συνέπειες είναι αισθητές, ήταν πολλοί: η έλλειψη προηγούμενης βιομηχανικής παράδοσης, η ανεπάρκεια κεφαλαίων, η παρασιτική παραοικονομία, το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και ο βραχυπρόθεσμα κερδοσκοπικός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων τους, οι υπερκαταναλωτικές τάσεις του πληθυσμού και ιδιαίτερα των ευπορότερων τάξεων, η πολιτική αστάθεια και η έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας, η κακή χρήση της αποταμίευσης, ο γιγαντισμός του ανεξέλεγκτου εσωτερικού εμπορίου, η μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή, η γραφειοκρατία και η χαμηλή αποδοτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών κ.λπ.

 

Παρά τους ανασταλτικούς αυτούς παράγοντες, παρατηρήθηκε γενικά σημαντική πρόοδος και η Ελλάδα έπαψε να είναι μια υποανάπτυκτη γεωργική χώρα, πράγμα που επέτρεψε την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η συμμετοχή της στην οργάνωση αυτή των προηγμένων χωρών της Ευρώπης θα μπορούσε να είχε ευεργετικά αποτελέσματα, αν γινόταν έντονη και μεθοδική προσπάθεια εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης, από την ένταξη όμως στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι σήμερα χάθηκε πολύτιμος χρόνος και οι προοπτικές εμφανίζονται δυσοίωνες.

 

Η σημερινή ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας ενώ αντιμετωπίζει και σοβαρότατα διαρθρωτικά προβλήματα. Η παραγωγικότητα είναι χαμηλή και ο πληθωρισμός, παρά τη σημαντική μείωση των τελευταίων ετών, παραμένει στις αρχές του 1996 σε υψηλά επίπεδα, γύρω στο 10,3%, μία από τις υψηλότερες τιμές μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανάγκη σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες των πιο προηγμένων χωρών της Ένωσης αναγκάζει την κυβέρνηση να συνεχίσει την εφαρμογή ενός αυστηρού σταθεροποιητικού προγράμματος, με στόχο την ικανοποίηση των όρων της συνθήκης του Μάαστριχτ, ώστε να μπορέσει η χώρα να συμμετάσχει στην πλήρη οικονομική ενοποίηση. Επιδίωξη της Ελλάδας είναι να καταστεί το 12ο μέλος της ζώνης του Ευρώ, του κοινού δηλαδή ευρωπαϊκού νομίσματος από το 2001.

 

Το ύψος των δημόσιων ελλειμμάτων, σε σχέση με το εθνικό εισόδημα, είναι πάντοτε απαγορευτικό, ενώ παρατηρείται και απόκλιση στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, λόγω υπερβολικών δαπανών. Παρά την αισθητή μείωση των επιτοκίων, δεν παρατηρούνται σημάδια αναθέρμανσης της οικονομίας και η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Τα μόνα ίσως θετικά στοιχεία είναι η σχετική σταθερότητα της δραχμής και τα υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα της Τραπέζης της Ελλάδος, αυτά όμως οφείλονται κυρίως σε εισροές κεφαλαίων λόγω των υψηλών ελληνικών επιτοκίων.

 

Κατά την πενταετία 1989-93 το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν αυξήθηκε ελάχιστα (λιγότερο από 2,3%), σε σταθερές τιμές. Την ίδια περίπου πορεία είχε και το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα, λόγω της μείωσης του καθαρού εισοδήματος από την αλλοδαπή. Αφαιρώντας απ` αυτό τις ελαφρώς αυξημένες αποσβέσεις, προκύπτει, για την ίδια περίοδο μια μικρή αύξηση και του καθαρού εθνικού εισοδήματος (3,55%). Το 1994 η χώρα παρήγαγε ακαθάριστο εγχώριο προϊόν αξίας 93,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων και την ίδια χρονιά το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν 8.870 δολάρια.

 

Το αποτέλεσμα αυτό, της διαμόρφωσης του εγχώριου προϊόντος, οφείλεται στις αυξήσεις στους τομείς ηλεκτρισμού και νερού, μεταφορών και επικοινωνιών, τραπεζών και ασφαλειών, κατοικιών, της εκπαίδευσης και των υπηρεσιών, που υπερκάλυψαν ελαφρώς τη μείωση της παραγωγής στους τομείς της γεωργίας και κτηνοτροφίας, της δασοκομίας, των κατασκευών, των ορυχείων, του εμπορίου και προπαντός της μεταποίησης, όπου μόνο ο κλάδος τροφίμων - ποτών - καπνού παρουσιάζει μικρή αύξηση, ενώ οι λοιποί σημαντική μείωση.

 

Οι μεταβιβάσεις κεφαλαίου και τρέχουσες από την αλλοδαπή αυξήθηκαν, το ίδιο και η κατανάλωση, ιδιωτική και δημόσια. Μικρή αύξηση παρουσιάζουν οι ιδιωτικές επενδύσεις και μεγαλύτερη οι δημόσιες. Μείωση των επενδύσεων παρουσιάζεται στον τομέα των κατοικιών και λοιπών κτιριακών κατασκευών, των ορυχείων και λατομείων, ενώ αύξηση στη γεωργία - κτηνοτροφία κλπ., την ενέργεια και ύδρευση, τις μεταφορές και επικοινωνίες και τη δημόσια διοίκηση. Στον ζωτικής σημασίας τομέα της μεταποίησης επικρατεί ουσιαστικά στασιμότητα, σχετικά με τις επενδύσεις, πράγμα που προοιωνίζει τη συνέχιση της πτώσης του δείκτη παραγωγής, ο οποίος από 106 το 1989 (1980=100), έφτασε στο 97 το 1993.

 

Το χρόνιο παθητικό του ισοζυγίου πληρωμών παραμένει σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα, διογκώνοντας το εξωτερικό χρέος της χώρας, το οποίο, ιδίως μετά το 1981, αυξήθηκε ραγδαία, ώστε να γίνεται προβληματική η μελλοντική εξυπηρέτησή του. Το σύνολο του δημόσιου χρέους ήταν το 1995 25,421 δισεκατομμύρια δολάρια. Νομισματική μονάδα της χώρας είναι η δραχμή (GRD), υποδιαίρεση της οποίας είναι το λεπτό (1 δραχμή=100 λεπτά). Τον Αύγουστο του 1999 η ισοτιμία με το δολάριο ήταν ένα δολάριο προς 310,338 δραχμές. Το 1993 η χώρα παρήγαγε ακαθάριστο εθνικό προϊόν αξίας 73,18 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ την προηγούμενη χρονιά (1992) το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν 7.686 δολάρια. Το 1995 η χώρα παρήγαγε ακαθάριστο εθνικό προϊόν αξίας 85,885 δισεκατομμυρίων δολαρίων και την ίδια χρονιά το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν 8.210 δολάρια. Στο σχηματισμό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) ο πρωτογενής τομέας συμμετέχει με ποσοστό 16%, ο δευτερογενής τομέας με ποσοστό 28% (βιομηχανία 21%, κατασκευές 7%) και ο ευρύτερος τριτογενής τομέας με ποσοστό 56%. Αντίστοιχα, στον πρωτογενή τομέα απασχολείται το 23% του εργατικού δυναμικού, στο δευτερογενή τομέα το 25% του εργατικού δυναμικού και στον τριτογενή τομέα το 52% του εργατικού δυναμικού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 1996 τα συνολικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν 14.578.000.000.000 δραχμές και τα συνολικά έξοδα 14.590.553.000.000 δραχμές.

 



Γεωργία

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας είναι ο μεγάλος αριθμός των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και κατά συνέπεια η μικρή έκταση του γεωργικού κλήρου, που, μαζί με τον κατατεμαχισμό του, κάνουν αδύνατη την ορθολογιστική καλλιέργεια και αντιοικονομική την εκμετάλλευση των μηχανικών μέσων. Οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις έχουν, στη μεγάλη πλειονότητά τους, οικογενειακό χαρακτήρα.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 1991, ο αριθμός τους σ' όλη τη χώρα ήταν 861.623, από τις οποίες οι 852.466 διέθεσαν γεωργική γη, συνολικής έκτασης 36.786.643 στρεμμάτων. Αφαιρώντας την έκταση των άγονων βοσκοτόπων, η καλλιεργήσιμη γη ήταν 33.514.060 στρέμματα. Η συνολική γεωργική γη αποτελούνταν από 5.100.680 αγροτεμάχια, μέσης έκτασης 7,2 στρεμμάτων το καθένα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις το 1997 το σύνολο των καλλιεργήσιμων εκτάσεων είχε αυξηθεί σε 34.874.200 στρέμματα, από τα οποία ποτιστικές εκτάσεις ήταν τα 13.850.800 στρέμματα.

 

Παρουσιάζει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στη δεκαετία 1981-91 ο αριθμός των γεωργικών εκμεταλλεύσεων μειώθηκε κατά 137.253, στο πλαίσιο της προσπάθειας αύξησης της παραγωγικότητας στον αγροτικό τομέα, απομένει όμως πολύς δρόμος ακόμη με δεδομένο ότι στον τομέα αυτόν απασχολούνταν στη χώρα μας το 21,9% του ενεργού πληθυσμού (το 1992), έναντι 5,8% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (των 12 χωρών τότε).

 

Δυνατότητα άρδευσης υπάρχει για 11.256.165 στρέμματα. Από αυτά αρδεύονταν 9.383.618 στρέμματα, κατά το έτος της απογραφής (1991). Οι αροτραίες και άλλες ετήσιες καλλιέργειες καταλάμβαναν έκταση 19.037.340 στρεμμάτων, τα αμπέλια και σταφιδάμπελα καλλιεργούνταν σε 1.172.433 στρέμματα, ενώ οι δενδρώδεις καλλιέργειες είχαν έκταση 8.644.933 στρέμματα και οι λοιπές 4.659.363.

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του 1997, από συνολική έκταση καλλιεργειών 34.784.200 στρεμμάτων (μαζί με τις συγκαλλιέργειες), 22.468.300 στρέμματα ήταν αροτραίες, 1.215.600 στρέμματα ήταν φυτεμένα με λαχανικά και άλλα κηπευτικά, 1.372.700 στρέμματα ήταν τα αμπέλια και 9.547.600 στρέμματα οι δενδρώνες.

 

Όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος των αροτραίων καλλιεργειών και των κηπευτικών βρίσκεται στις πεδινές περιοχές, ενώ τα αμπέλια καλλιεργούνται σε τόση περίπου έκταση στις πεδινές περιοχές, όση στις ημιορεινές και ορεινές μαζί. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των δενδρώνων βρίσκεται στις ημιορεινές και ορεινές περιοχές.

 

Από τις περιοχές της Ελλάδας τη μεγαλύτερη έκταση γεωργικής γης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του 1997, περίπου το 28% του συνόλου της χώρας, έχει η Μακεδονία (10.434.600 στρέμματα) και ακολουθούν η Πελοπόννησος (5.447.000 στρέμματα), η Στερεά και η Εύβοια (5.296.100 στρέμματα), η Θεσσαλία (4.779.700 στρέμματα), η Κρήτη (2.545.300 στρέμματα), η Θράκη (2.923.000 στρέμματα), τα νησιά του Αιγαίου (1.611.200 στρέμματα), η Ήπειρος (1.045.000 στρέμματα) και τα νησιά του Ιονίου (702.000 στρέμματα).

 

Στο σύνολο σχεδόν της χώρας καλλιεργείται το σιτάρι, αλλά ιδιαίτερα στην κεντρική Θεσσαλία, τις πεδινές περιοχές της δυτικής Μακεδονίας, το ανατολικό και βόρειο τμήμα της κεντρικής Μακεδονίας και στην πεδιάδα του Έβρου.

 

Τα ζαχαρότευτλα καλλιεργούνται στην κεντρική και την ανατολική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την πεδιάδα του Έβρου, ενώ το βαμβάκι στην κεντρική Μακεδονία και την ανατολική Στερεά και σε μικρότερη έκταση στην ανατολική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη νότια Ήπειρο.

 

Το ρύζι καλλιεργείται προπαντός στην ανατολική Μακεδονία και τη δυτική Μακεδονία, το δυτικό τμήμα της Ηπείρου κ.ά. περιοχές.

 

Η καπνοκαλλιέργεια είναι διαδομένη στις περιοχές της Ξάνθης (όπου παράγονται οι εκλεκτότερες ποικιλίες), του Αγρινίου και της Κατερίνης, αλλά και σε ολόκληρη τη δυτική Στερεά, την ανατολική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και περιοχές των νομών Ροδόπης, Κιλκίς και Κοζάνης.

 

Τα οπωροφόρα δέντρα -προπαντός ροδακινιές και μηλιές- καλλιεργούνται σε μεγάλη έκταση στους νομούς Ημαθίας και Πέλλας, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως στο νομό Μαγνησίας, στη βόρεια παράκτια Πελοπόννησο, τη δυτική Μακεδονία και την Κρήτη, όπου ευδοκιμούν εξαιρετικά τα εσπεριδοειδή, που παράγονται επίσης στις περιοχές της Άρτας, της Κορινθίας, της Αργολίδας και της Λακωνίας.

 

Αμπέλια καλλιεργούνται σε πολλά μέρη της χώρας, στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, την ανατολική Στερεά και την Εύβοια, σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου και προπαντός τη Σάμο, τη δυτική Μακεδονία και την περιφέρεια της κεντρικής, την Ήπειρο, την περιοχή της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης -όπου παράγονται μεγάλες ποσότητες επιτραπέζιων σταφυλιών- τα Εφτάνησα κ.α. Σταφίδες παράγονται ειδικότερα στα βόρεια και δυτικά τμήματα της Πελοποννήσου, καθώς και στην Κρήτη.

 

Η ελιά καλλιεργείται σε όλα σχεδόν στα μέρη της Ελλάδας που έχουν ήπιο κλίμα και περισσότερο στην περιοχή της Άμφισσας, την ανατολική Κρήτη, την Αττική, τη Χαλκιδική, τη Μαγνησία, τη νότια Πελοπόννησο, τα παράλια της Ηπείρου και τα νησιά Εύβοια, Θάσο, Μυτιλήνη, Κέρκυρα, Λευκάδα και Κάρπαθο.

 

Λαχανικά καλλιεργούνται σε όλη τη χώρα και προπαντός στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης και την Κρήτη, όπου παράγονται πρώιμα είδη τα οποία πουλιούνται ευκολότερα και σε αυξημένες τιμές. Εξάλλου επεκτείνονται διαρκώς οι καλλιέργειες κηπευτικών σε θερμοκήπια, ενώ η παραγωγή των προϊόντων αυτών αυξάνεται χάρη και στα πολλά αρδευτικά έργα που πραγματοποιούνται.

 

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί η σχεδιαζόμενη εκτροπή των νερών του Αχελώου, που θα αυξήσει τις αρδευόμενες εκτάσεις του Θεσσαλικού κάμπου.

 

Το 63% περίπου των αροτραίων καλλιεργειών είναι των δημητριακών και κυρίως σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού.

 

Παραθέτουμε τις ποσότητες παραγωγής των κυριότερων γεωργικών προϊόντων για το έτος 1997, σύμφωνα με εκτιμήσεις (σε παρένθεση η αντίστοιχη παραγωγή του 1995, αν υπήρξε σημαντική διαφορά). Η παραγωγή μαλακού σιταριού ήταν 623.000 τόνοι (768.000) και σκληρού 1.368.000 τόνοι (1.506.000). Κατά τη δεκαετία που πέρασε παρατηρήθηκε μεγάλη μείωση της παραγωγής μαλακού σιταριού και αύξηση της ποσότητας σκληρού σιταριού, καλύτερης ποιότητας. Η παραγωγή του καλαμποκιού ήταν 2.025.000 τόνοι (1.722.000), του κριθαριού 348.000 τόνοι (423.000), του ρυζιού 214.000 τόνοι (206.000), της βρόμης 88.000 τόνοι (84.000) και της σίκαλης 36.000 τόνοι (40.000).

 

Στα όσπρια την πρώτη θέση έχουν τα φασόλια με 25.000 τόνους (24.000) και ακολουθούν τα κουκιά με 5.000 τόνους, τα ρεβίθια με 2.000 τόνους και η φακή με 1.000 τόνους. Κατά την περασμένη δεκαπενταετία παρατηρείται μεγάλη μείωση της παραγωγής των οσπρίων. Η παραγωγή των φασολιών μειώθηκε κατά το ένα τρίτο περίπου το διάστημα 1981-91, ενώ εκείνη των ρεβιθιών έπεσε στο ένα πέμπτο και της φακής στο ένα έκτο της προηγούμενης ποσότητας. Μικρότερης έκτασης είναι η μείωση της παραγωγής των κτηνοτροφικών οσπρίων, τα οποία έφτασαν τους 11.000 τόνους.

 

Σπουδαιότερα από τα βιομηχανικά φυτά είναι τα ζαχαρότευτλα, με παραγωγή 2.798.000 τόνων το 1997 (2.610.000 το 1995), το βαμβάκι με παραγωγή 1.127.000 τόνων (1.268.000), ο καπνός με παραγωγή 137.000 τόνων (134.000). Σε σχέση με τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, αυξήθηκε σημαντικά η παραγωγή ζαχαρότευτλων και υπερδιπλασιάστηκε η παραγωγή βαμβακιού, καθώς και ηλίανθου. Η σόγια είναι νέο προϊόν, λείπει όμως το σουσάμι.

 

Καλλιεργούνται επίσης κτηνοτροφικά φυτά για το χόρτο τους (τριφύλλι, βίκος, βρόμη, κριθάρι, καλαμπόκι, σόργο κ.ά.), οι κτηνοτροφές όμως γενικά δεν επαρκούν για τις ανάγκες της κτηνοτροφίας.

 

Καρπούζια και πεπόνια παράγονται σε σημαντικές ποσότητες: 829.000 τόνοι (853.000). Από τα άλλα κηπευτικά σημαντικότερες είναι οι ντομάτες με 2.013.000 τόνους (1.798.000), οι πατάτες με 883.000 τόνους (1.185.000), τα λάχανα και κουνουπίδια με 280.000 τόνους, τα κρεμμύδια με 175.000 τόνους (155.000), τα πράσα με 40.000 τόνους, οι μελιτζάνες με 74.000 τόνους (72.000), οι μπάμιες με 14.000 τόνους, οι αγκινάρες με 34.000 τόνους (απογραφή 1991), τα σπαράγγια με 14.000 τόνους (απογραφή 1991), ο χλωρός αρακάς με 9.000 τόνους (απογραφή 1991), τα παντζάρια με 24.000 τόνους (απογραφή 1991), το σέλινο με 14.000 τόνους (απογραφή 1991) και οι φράουλες με 9.000 τόνους (απογραφή 1991).

 

Από τα σταφύλια, 489.000 τόνοι μούστου (459.000 το 1995) χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή κρασιού, 214.000 τόνοι καταναλώθηκαν νωπά (217.000 το 1989) και 88.000 τόνοι (77.000) έγιναν σταφίδες.

 

Στις δενδρώδεις καλλιέργειες την πρώτη θέση έχει η ελιά: το 1997 η παραγωγή βρώσιμων καρπών ήταν 205.409 τόνοι (195.344 το 1995), ενώ 1.674.018 τόνοι ελιών (1.535.804 το 1995), έδωσαν 426.202 τόνους ελαιόλαδο (357.858 το 1995).

 

Εσπεριδοειδή, και ιδιαίτερα πορτοκάλια, παράγονται σε μεγάλες ποσότητες: 1.010.914 τόνοι το 1997 (934.595 το 1995). Ακολουθούν τα λεμόνια με 163.666 τόνους (165.684) και τα μανταρίνια με 107.257 τόνους (94.231), ενώ νεράντζια, κίτρα και γκρέιπ φρουτ παράγονται σε μικρές σχετικά ποσότητες. Σημαντική είναι η παραγωγή ροδάκινων με 588.574 τόνους το 1997 και ακολουθούν τα μήλα με 373.323 τόνους, τα αχλάδια με 76.675 τόνους, τα βερίκοκα με 40.431 τόνους και τα κεράσια με 43.089 τόνους. Μικρότερη είναι η παραγωγή κυδωνιών, κορόμηλων, βύσσινων και νωπών δαμάσκηνων και νωπών σύκων.

 

Οι ξηροί καρποί, κατά σειρά ποσότητας παραγωγής, ήταν τα αμύγδαλα με 43.224 τόνους το 1997 (58.874 το 1994), τα καρύδια με 19.882 τόνους το 1997, τα χαρούπια με 16.320 τόνους το 1994, τα ξερά σύκα με 14.639 τόνους το 1994, τα κάστανα με 11.416 τόνους το 1994, τα φιστίκια με 5.352 τόνους το 1994 και τα ξερά δαμάσκηνα με 532 τόνους το 1994.

 

Θα πρέπει ακόμη να αναφερθούν τα ακτινίδια, οι μπανάνες, τα ρόδια, τα μούσμουλα και τα αβοκάντο.

 


 

Κτηνοτροφία

 

Η παραγωγή κρέατος και γενικά κτηνοτροφικών προϊόντων δεν επαρκεί για τις ανάγκες της χώρας. Κάθε χρόνο ξοδεύονται τεράστια ποσά (περίπου 190 δισ. δραχμές το 1993) για τις εισαγωγές κρέατος. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η ανεπάρκεια της παραγωγής κρέατος βοοειδών, ενώ και στην αγορά του κρέατος αρνιών παρατηρείται κάποια αταξία κατά την εποχή της μεγαλύτερης κατανάλωσης. Τα κυβερνητικά μέτρα βελτίωσης των βοσκοτόπων αφορούν κυρίως την εκτατική προβατοαιγοτροφία και όχι την εκτροφή βοοειδών με σύγχρονες μεθόδους.

 

Παρά τις αδυναμίες της, η κτηνοτροφία έχει μεγάλη σημασία για την αγροτική οικονομία, των προϊόντων της οποίας αποτελεί ένα σημαντικό μερίδιο. Βασικό ελάττωμά της είναι η μικρή παραγωγικότητα, λόγω της μη ορθολογιστικής εκμετάλλευσης, του μικρού μεγέθους των επιχειρήσεων, του σχετικά μικρού ακόμη ποσοστού ζώων φυλών υψηλής απόδοσης και της ανεπάρκειας της εγχώριας παραγωγής ζωοτροφών.

 

Σύμφωνα με στοιχεία του 1994 (σε παρένθεση τα στοιχεία του 1991) εκτρέφονταν στη χώρα 581.000 βοοειδή (602.000). Τα πρόβατα ήταν 8.706.000 (8.693.000), οι κατσίκες 5.378.000 (5.336.000), τα γουρούνια 1.003.000 (986.000) και τα πουλερικά 27.814.000 (27.376.000). Εκτρέφονταν επίσης 38.000 άλογα (43.000), 48.000 μουλάρια (54.000) και 103.000 γαϊδούρια (118.000), όλα σε διαρκώς μικρότερους αριθμούς, λόγω της διάδοσης των μηχανικών μέσων στις αγροτικές εργασίες.

 

Τα μισά περίπου από τα βοοειδή όλης της χώρας εκτρέφονται στη Μακεδονία, ενώ και η Θράκη και η Θεσσαλία, σχετικά με την έκτασή τους, είναι περιοχές σημαντικής κτηνοτροφίας βοοειδών.

 

Η ανεπάρκεια της ελληνικής κτηνοτροφίας βοοειδών και η μικρή παραγωγικότητά της φαίνονται από το γεγονός ότι, κατά μέσο όρο, το 1991 οι 53.000 εκμεταλλεύσεις είχαν μόνο 11 ζώα η καθεμιά. Ανεπαρκής είναι και η γεωργική γη των κτηνοτροφικών επιχειρήσεων, η οποία, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, έχει έκταση 20-100 στρεμμάτων.

 

Η πτηνοτροφία είναι αρκετά αναπτυγμένη, ιδιαίτερα των συστηματικών ορνιθοτροφείων, που παρέχουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, αν και οι καταναλωτές προτιμούν τα πολύ νοστιμότερα πουλερικά "ελεύθερης βοσκής", καθώς και τα αβγά τους.

 

Στη διάρκεια ενός χρόνου (από 1.10.1989 μέχρι 30.9.1990) γεννήθηκαν 8.351.747 αρνάκια, 5.416.645 κατσικάκια, 2.403.923 χοιρίδια και 325.400 μοσχαράκια.

 

Η συνολική παραγωγή γάλατος αγελάδων και αιγοπροβάτων, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 1997 έφτασε το 1.892.608 τόνους (1.933.535 τόνοι σύμφωνα με στοιχεία του 1994) και παρουσιάζει αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Η παραγωγή κρέατος την ίδια χρονιά ήταν 481.316 τόνοι.

 

Παρασκευάστηκαν ακόμα 153.880 τόνοι τυριού (εκτίμ. 1997), 12.110 τόνοι μυζήθρας (1994), 5.135 τόνοι βουτύρου (εκτίμ. 1997) και 4.280 τόνοι κρέμας (1994). Η παραγωγή αυγών παρουσιάζεται μειωμένη ελαφρώς (115.447 τόνοι το 1997 σε σχέση με 117.725 το 1994). Η παραγωγή ακατέργαστου μαλλιού προβάτων ήταν το 1997 9.941 τόνοι και των δερμάτων 149.685 τεμάχια μεγάλων ζώων και 7.151.714 μικρών.

 

Οι παραπάνω αριθμοί δείχνουν τη στασιμότητα, γενικώς, της ελληνικής κτηνοτροφικής παραγωγής, ακόμη και την υποχώρηση, όπως π.χ. στον ζωτικής σημασίας τομέα του βοδινού κρέατος, όπου η παραγωγή μειώθηκε κατά 38.000 τόνους σε 12 χρόνια (1978-1990). Τα άλλα είδη κρεάτων, στην ίδια περίοδο, παρουσιάζουν μικρή αύξηση, το χοιρινό κατά 10.800 περίπου τόνους, το πρόβειο κατά 9.700 τόνους, το κατσικίσιο κατά 8.800 τόνους και των άλλων ζώων και πτηνών κατά 11.100 τόνους.

 

Η μελισσοκομία αποτελεί μάλλον περιθωριακή απασχόληση στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και μόνο σε λίγες περιοχές έχει ιδιαίτερη σημασία όπως η Θάσος, η Χαλκιδική και η Εύβοια. Η παραγωγή μελιού κυμαίνεται μεταξύ 11.000 και 13.500 τόνων το χρόνο και δεν επαρκεί για τις ανάγκες της χώρας, αν και οι κλιματικές συνθήκες και η φύση της ελληνικής χλωρίδας ευνοούν τη μελισσοκομία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα μελίσσια είναι εξίσου σχεδόν διαδομένα στις πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Και στον τομέα αυτόν παρατηρείται η ίδια αντιπαραγωγική διασπορά που χαρακτηρίζει ολόκληρη την ελληνική γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, καθώς, στο σύνολο της χώρας, ο κάθε μελισσοκόμος έχει, κατά μέσο όρο, 30 μόνο κυψέλες· πρέπει όμως να ειπωθεί ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των περιοχών της χώρας: εκεί όπου η μελισσοκομία αποτελεί μάλλον ερασιτεχνική απασχόληση, ο αριθμός των κυψελών ανά παραγωγό είναι μικρός, ενώ στα μέρη όπου ασκείται περισσότερο επαγγελματικά (Χαλκιδική, Θάσος) ο αριθμός των κυψελών ανά παραγωγό είναι σχετικά μεγάλος (100-140 κατά μέσο όρο). Το 1994 υπήρχαν στη χώρα 1.203.000 κυψέλες (1.096.000 το 1991).

 

Η σηροτροφία δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία στην ελληνική αγροτική οικονομία, καθώς η παραγωγή χλωρών κουκουλιών κυμαίνεται γύρω στους 40-45 τόνους μόνο το χρόνο. Περιοχές με τη μεγαλύτερη παραγωγή είναι η Θεσσαλία, η κεντρική και ανατολική Μακεδονία και η Θράκη και προπαντός των νομών Τρικάλων, Θεσσαλονίκης, Σερρών και Έβρου.

 


 

Δασοκομία

 

Η δασοκομία είναι ένας εντελώς παραμελημένος κλάδος της ελληνικής οικονομίας, αν και η ορεινή φύση του εδάφους της χώρας δεν επιτρέπει τις γεωργικές καλλιέργειες ούτε στο ένα τρίτο της έκτασής του και επομένως το δάσος θα πρέπει να έχει τη φροντίδα της πολιτείας όχι μόνο για την τεράστια οικολογική σημασία του, αλλά και για την αξιοποίηση των περιοχών που δεν προσφέρονται για άλλες δραστηριότητες.

 

Οι αναδασώσεις που πραγματοποιούνται είναι εντελώς ανεπαρκείς και πιθανότατα δεν αναπληρώνουν ούτε τις απώλειες λόγω των συχνών πυρκαγιών.

 

Σήμερα τα δάση καλύπτουν λιγότερο από το 20% του εδάφους της Ελλάδας και πολλά απ` αυτά έχουν ακόμη υποστεί και ποιοτική υποβάθμιση· είναι αραιά, φτωχά σε ξυλεία και προσβλημένα από έντομα. Και αυτών όμως των λίγων δασών δε γίνεται συστηματική εκμετάλλευση, λόγω της έλλειψης δασικών δρόμων, της ανεπάρκειας των δασικών υπηρεσιών και της κρατικής γραφειοκρατίας.

 

Η ετήσια παραγωγή στρογγυλής ξυλείας το 1997 ήταν 735.350 κυβικά μέτρα, η παραγωγή καυσόξυλων από δάση ήταν 688.409 τόνοι, η παραγωγή ξυλανθράκων 9.378 τόνοι και η παραγωγή ρετσινιού 9.378 τόνοι.

 

Τα περισσότερα δάση βρίσκονται στη Μακεδονία, τη μεγαλύτερη όμως δασική κάλυψη, σχετικά με την έκτασή της, έχει η Θράκη. Η συνολική έκταση των δασών μειώθηκε από 29.674.000 στρέμματα το 1971 και 29.510.900 στρέμματα το 1981 σε 29.402.100 στρέμματα το 1995. Οι δασικές πυρκαγιές κατέστρεψαν το 1995 272.026 στρέμματα, από τα οποία αναδασώθηκαν 36.239 στρέμματα.

 


 

Αλιεία

 

Η αλιεία έχει αρκετά μεγάλη σημασία για την ελληνική οικονομία, η ανάπτυξή της όμως δεν είναι ανάλογη με την έκταση των ελληνικών ακτών και το μέγεθος γενικά της ναυτιλίας. Τα αλιεύματα δεν επαρκούν για την εσωτερική αγορά και η χώρα είναι αναγκασμένη να καταφύγει σε εισαγωγές για να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες. Πέρα από αυτό, οι ψαράδες δεν τηρούν συχνά τους κανόνες προστασίας των αλιευμάτων και το παράνομο ψάρεμα, με πολύ πυκνά δίχτυα και άλλες ανεπίτρεπτες μεθόδους, συντελεί στην καταστροφή του αλιευτικού πλούτου.

 

Με τον εκσυγχρονισμό της αλιείας θα μπορούσε, ως ένα βαθμό, να αυξηθεί η παραγωγή, περισσότερες όμως δυνατότητες παρουσιάζει η ως τώρα παραμελημένη υπερπόντια αλιεία. Μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης παρουσιάζει η ιχθυοτροφία, λόγω της ύπαρξης εξαιρετικά ευνοϊκών γι` αυτήν θαλάσσιων κλειστών κόλπων, όπως ο Αμβρακικός.

 

Τα αλιευτικά σκάφη υπερπόντιας αλιείας τα οποία αλιεύουν κυρίως στον Ατλαντικό ωκεανό ήταν 33 το 1996, όλα σχεδόν με δύναμη μηχανών μεγαλύτερη από 500 ίππους. Τα σκάφη της χαρακτηρισμένης ως "μέσης αλιείας", στα ανοιχτά των ελληνικών θαλασσών και στη Μεσόγειο (μηχανότρατες, γρι-γρι και μεικτά), ήταν 841, αριθμός σχεδόν αμετάβλητος κατά τα τελευταία χρόνια. Η ισχύς των μηχανών τους είναι συνήθως 200-1000 ίπποι. Τον ίδιο χρόνο υπήρχαν επίσης 700 τράτες παράκτιας αλιείας και 7.594 άλλα μικρά σκάφη, των οποίων ο αριθμός υπερδιπλασιάστηκε κατά τα τελευταία χρόνια.

 

Η ποσότητα των αλιευμάτων παρουσίασε μεγάλη αύξηση και με 157.000 τόνους το 1996 ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τις αντίστοιχες στις προηγούμενες δεκαετίες (88.000 τόνοι το 1971 και 91.000 το 1991).

 

Κατά το 1992 αναφέρονται 55 ειδών ψάρια, από τα οποία αφθονότερα είναι οι γαύροι (11.520 τόνοι), οι σαρδέλες (20.691), οι γόπες (9.441), οι κολιοί (5.154), οι μαρίδες (5.534), τα σαυρίδια (8.578), οι βακαλάοι (4.177), τα μπαρμπούνια (3.194), τα σκουμπριά (2.182), οι γλώσσες (2.109), οι κέφαλοι (2.397), οι κουτσομούρες (2.660), τα φαγκριά (2.080), τα λυθρίνια (1.766), τα μελανούρια (1.416), οι συναγρίδες (1.168), οι τόνοι (1.450).

 

Από τα άλλα αλιεύματα, περισσότερα είναι τα χταπόδια (3.954 τόνοι), οι σουπιές (3.381), τα καλαμάρια (1.365) και οι γαρίδες (3.690). Τα οστρακοειδή ήταν 22.987 τόνοι, κυρίως μύδια, στρείδια και κυδώνια.

 

Ένα ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό προϊόν της ελληνικής αλιείας είναι οι σπόγγοι, που συλλέγονται από το βυθό από ειδικούς δύτες, που συνήθως κατάγονται από την Κάλυμνο. Παρά την αύξηση των σκαφών (71) και των πληρωμάτων (235 άτομα), η παραγωγή, που παρουσίαζε σημαντικές ετήσιες διακυμάνσεις και τάση μείωσης, έπεσε κατακόρυφα από το 1987 εξαιτίας ασθένειας που έπληξε τους σπόγγους. Από 33 τόνους το 1986 η παραγωγή ήταν 10 τόνοι τον επόμενο χρόνο και μόλις 2,5 τόνοι το 1991. Το προϊόν διατίθεται σε ικανοποιητικές τιμές, εξαιτίας της πολύ καλής ποιότητάς του και της έλλειψης ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές.

 


 

Ορυκτός πλούτος

 

Το ελληνικό υπέδαφος περιέχει πολλά ορυκτά, τα περισσότερα όμως από αυτά δε βρίσκονται σε μεγάλες ποσότητες ή η περιεκτικότητα των κοιτασμάτων δεν είναι ικανοποιητική, ώστε να είναι δυνατή η οικονομική εκμετάλλευση.

 

Τη μεγαλύτερη οικονομική σημασία δεν έχουν τα μεταλλεύματα, αλλά ο λιγνίτης, ιδιαίτερα της περιοχής Πτολεμαϊδας, και τα λατομικά προϊόντα. Χάρη στο λιγνίτη, η εξόρυξη του οποίου παρουσιάζει συνεχή αύξηση και ήταν υπερδιπλάσια το 1993 σε σχέση με το 1980 και υπερτετραπλάσια σε σχέση με το 1970, η Δυτική Μακεδονία αποτελεί το ενεργειακό κέντρο της χώρας. Η αξία του λιγνίτη που εξορύχθηκε το 1992 ήταν μεγαλύτερη από 71 δισεκατομμύρια δραχμές. Το 1994 η εξόρυξη λιγνίτη απέδωσε 57.275.000 τόνους.

 

Δεύτερα σε σπουδαιότητα είναι τα λατομεία και ιδιαίτερα των λίθων, μαρμάρων, θηραϊκής γης και καολίνη - μπεντονίτη, μαζί με τα μικρότερης σημασίας λατομεία σχιστόλιθου, αργιλοχωμάτων, λευκοχωμάτων, δολομίτη, γύψου, τις αμμοληψίες κ.λπ., η αξία των οποίων έφτασε το 1992 τα 59 δισεκατομμυρία δραχμές. Η παραγωγή λατομικών προϊόντων παρουσιάζει διακυμάνσεις αλλά έχει γενικώς αυξητική τάση και ήταν το 1993 μεγαλύτερη κατά 41,8% σε σχέση με το 1980.

 

Η παραγωγή πετρελαίου, αντίθετα, παρουσιάζει αισθητή μείωση και από 8.887.460 βαρέλια που ήταν το 1987 κατέβηκε στα 5.008.368 βαρέλια το 1992, αξίας 17 περίπου δισεκατομμυρίων δραχμών.

 

Από τα μεταλλεύματα, σπουδαιότερος είναι ο βωξίτης, με αξία 11 δισεκατομμύρια και παραγωγή 2.168.000 τόνους (1994), ο λευκόλιθος αξίας 5,7 δισεκατομμυρίων (1992) και παραγωγή 469.000 τόνους (1994), τα ορυκτά σιδηρονικέλιου, χρωμίου, μαγγάνιου και χαλκού αξίας 8,1 δισεκατομμυρίων (1992), σιδηροπυρίτη, βαρυτίνης κ.ά. (5,3 δισεκατομμύρια το 1992).

 

Η συνολική αξία των ορυκτών ήταν το 1992 182,9 δισεκατομμύρια δραχμές. Ο γενικός δείκτης παραγωγής των ορυχείων παρουσιάζει αύξηση κατά τα τελευταία χρόνια. Κατά το διάστημα 1993-97 ο Γενικός Δείκτης Παραγωγής Ορυχείων, Βιομηχανίας και Ηλεκτρισμού-Φωταερίου αυξήθηκε κατά 5,4% και ο Δείκτης Παραγωγής Ορυχείων αυξήθηκε κατά 2,3%. Έτσι με βάση τις τιμές του 1980 (μέση μηνιαία παραγωγή 1980=100,0), το 1997 ο Γενικός Δείκτης Ορυχείων ήταν 154,0 και οι επιμέρους κλάδοι παρουσίασαν τις εξής τιμές: Λιγνιτωρυχεία 224,7, Μεταλλεία βωξίτη 60,9, Μεταλλεία μεταλλευμάτων νικελίου και σιδηρομεταλλεύματος 157,8, πηγές πετρελαίου και καθαρισμός φυσικού αερίου 231,6, λατομικών και οικοδομικών υλικών 186,5, μεταλλεία λευκόλιθου 33,7.

 


 

Βιομηχανία

 

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του `60 η ελληνική βιομηχανία παρουσίασε σημαντικό ρυθμό ανάπτυξης, μεταβάλλοντας τον προηγουμένως αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας, η ανάπτυξη όμως της βιομηχανίας υπήρξε απρογραμμάτιστη και άτακτη, αφορώντας κυρίως τομείς χαμηλής τεχνολογίας και μονάδες μικρού δυναμικού, με ελάχιστη ανταγωνιστικότητα στις ξένες αγορές, αλλά και στην εσωτερική πολλές φορές, ιδιαίτερα μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τη μείωση των εισαγωγικών δασμών.

 

Συνέπεια της συχνά μέτριας ποιότητας των ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων, αλλά και μιας αδικαιολόγητης ξενομανίας του καταναλωτικού κοινού, είναι η προτίμηση των εισαγόμενων προϊόντων, πράγμα που δυσχεραίνει τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Άλλα εμπόδια σ` αυτήν είναι η στενότητα της εσωτερικής κεφαλαιαγοράς, η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού -συνέπεια του χαμηλού επιπέδου της τεχνικής εκπαίδευσης, ιδιαίτερα της μέσης- η κρατική γραφειοκρατία και τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα, η πολιτική ένταση, ο πληθωρισμός κ.ά. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ακόμη και σε περίοδο μικρής αύξησης των μισθών -όπως για παράδειγμα κατά το πρόσφατο σταθεροποιητικό οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης- και επομένως του κυριότερου συντελεστή του κόστους, παρατηρούνται σε πολλά προϊόντα, τα οποία δεν ελέγχονται αγορανομικά, τεράστιες αυξήσεις της τιμής, πολλαπλάσιες από το γενικό δείκτη του πληθωρισμού.

 

Για όλους αυτούς τους λόγους, και άλλους ακόμη, παρατηρείται κατά τα τελευταία χρόνια στασιμότητα ή και μείωση της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής και αύξηση της ανεργίας. Όπως ειπώθηκε, παρατηρείται ανισορροπία στη διάρθρωση της βιομηχανίας, με υπεροχή της ελαφράς βιομηχανίας και ιδιαίτερα της απλής μεταποίησης των αγροτικών προϊόντων.

 

Αναπτυγμένη είναι η υφαντουργία, η κατασκευή ενδυμάτων και υποδημάτων, η επιπλοποιία και η κατασκευή απλών αντικειμένων οικιακής χρήσης. Η χημική βιομηχανία παρουσιάζει κάποια ανάπτυξη, πολλά χημικά προϊόντα όμως και προπαντός φαρμακευτικά και καλλυντικά παρασκευάζονται με την άδεια και τις συνταγές ξένων οίκων, πράγμα που αποτελεί ανασχετικό παράγοντα για την έρευνα και διαιωνίζει την οικονομική εξάρτηση της Ελλάδας από το εξωτερικό. Η βαριά βιομηχανία και η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας παρουσιάζουν μεγάλη καθυστέρηση και μόνο στον τομέα της παραγωγής όπλων γίνονται ορισμένες προσπάθειες, όχι αρκετές όμως για να εξασφαλίσουν την αμυντική αυτοδυναμία της χώρας.

 

Ανισορροπία παρουσιάζεται και στη γεωγραφική κατανομή της βιομηχανικής δραστηριότητας, με υπερβολική συγκέντρωση στην περιφέρεια της πρωτεύουσας και, σε μικρότερο βαθμό, της Θεσσαλονίκης. Λιγότερο σημαντικές βιομηχανικές περιοχές είναι η υπόλοιπη Αττική, η Αχαΐα και ιδιαίτερα η Πάτρα, η Ημαθία, η Βοιωτία, μέρος της Εύβοιας και οι αστικές ζώνες της Λαμίας, της Λάρισας, του Βόλου, των Σερρών, της Καβάλας, της Κορίνθου και του Ηρακλείου.

 

Κατά την απογραφή του 1988 (τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν συνοπτικά δημοσιευμένα στοιχεία) βρίσκονταν σε λειτουργία 144.717 βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, που απασχολούσαν 705.819 άτομα. Απ` αυτά τα 246.396 εργάζονταν στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, όπου παρά τη μικρή αύξηση του αριθμού των καταστημάτων στη διάρκεια μιας δεκαετίας (από 47.332 σε 48.657), παρουσιάζεται μείωση του αριθμού των εργαζομένων κατά 35.425. Αντίθετα, στην υπόλοιπη χώρα κατά την ίδια χρονική περίοδο εμφανίζεται αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στον κλάδο της μετατόπισης κατά 69.748 άτομα.

 

Η μεγάλη πλειονότητα των μεταποιητικών επιχειρήσεων (122.623 το 1988) είναι ασήμαντες βιοτεχνίες που δεν απασχολούν περισσότερα από τέσσερα άτομα. Πέντε μέχρι δεκαεννιά άτομα απασχολούσαν 17.844 επιχειρήσεις, είκοσι μέχρι 99 εργαζόμενους είχαν 3.570 επιχειρήσεις και μόνο 680 βιομηχανικές μονάδες είχαν περισσότερους από 100 εργαζόμενους. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη διάρκεια της δεκαετίας 1978-88 ο αριθμός των μεγαλύτερων βιομηχανιών μειώθηκε κατά 71 μονάδες.

 

Ο Γενικός Δείκτης Βιομηχανίας παρουσίασε αύξηση τα τελυταία χρόνια. Με βάση τις τιμές του 1980 (μέση μηνιαία παραγωγή 1980=100,0), το 1997 ο δείκτης Βιομηχανίας ήταν 101,9 και οι επιμέρους κλάδοι παρουσίασαν τις εξής τιμές: Ειδών διατροφής, ποτών και καπνού 135,8, υφαντικών ειδών 67,6, ειδών υπόδησης και ενδυμασίας 47,2, ξύλου και φελλού 62,2, χάρτου 153,1, εκτυπώσεων-εκδόσεων 80,5, χημικών προϊόντων 158,4, παραγώγων πετρελαίου και άνθρακα 148,6, μεταλλουργικών προϊόντων 113,8, ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών 128,5, μεταφορικών μέσων 69,0, επίπλων 75,9, δέρματος 41,0, μη μεταλλικών ορυκτών 97,2, διαφόρων βιομηχανιών 94,1.

 

Μικρή αύξηση, κατά την περίοδο 1988-93, υπήρξε μόνο στους κλάδους των ειδών διατροφής, της ποτοποιίας, του καπνού και των ηλεκτρικών συσκευών και ειδών. Αν ληφθεί ως βάση η μέση μηνιαία παραγωγή του 1980 (100,0), αύξηση παρουσιάζει η παραγωγή και στους τομείς του χαρτιού, των πλαστικών και προϊόντων από λάστιχο, των χημικών προϊόντων και των παράγωγων πετρελαίου και άνθρακα. Μεγάλη μείωση παρατηρείται στα μεταλλουργικά προϊόντα, τα υφαντικά, τα είδη ενδυμασίας και υπόδησης, τα είδη ξύλου και τα έπιπλα, τις εκτυπώσεις, τα είδη δέρματος, τις μηχανές και συσκευές - εκτός από τις ηλεκτρικές - τα μεταφορικά μέσα κ.ά. Κατά το χρονικό διάστημα 1993-97 σημαντική αύξηση παρουσίασαν οι κλάδοι καπνού (25,9%), χημικών προϊόντων (23,9%), παραγώγων πετρελαίου και άνθρακα (24,4%), μηχανών και συσκευών εκτός ηλεκτρικών (39,2%), ηλεκτρικών συσκευών και μηχανών (21,9%) και διαφόρων βιομηχανιών (77,9%). Το ίδιο χρονικό διάστημα πτώση παρουσίασαν οι κλάδοι υφαντικών ειδών (8,9%), ειδών υπόδησης και ενδυμασίας (32,0%) και δέρματος (28,1%).

 

Αναλυτικότερα, αναφέρονται παρακάτω μερικά από τα σπουδαιότερα σε ποσότητα βιομηχανικά προϊόντα (σε παρένθεση η παραγωγή του 1992, σε τόνους, αν δεν αναφέρεται άλλη μονάδα). Τα στοιχεία αφορούν επιχειρήσεις με περισσότερους από τέσσερις εργαζόμενους.

 

Από τα επεξεργασμένα κτηνοτροφικά προϊόντα αξίζει να αναφερθούν τα αλλαντικά (43.000), με σημαντική αύξηση της παραγωγής στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, τα έτοιμα φαγητά (8.203), το παστεριωμένο γάλα (442.954), με αύξηση 67,5% σε δέκα χρόνια, το τυρί (40.847), το γιαούρτι (57.428), τα παγωτά (22.856), οι φυσικοί χυμοί φρούτων (69.834), αύξηση 259%, οι ζαχαρούχοι συμπυκνωμένοι χυμοί (9.697), οι κομπόστες (363.129), 138% αύξηση, οι συμπυκνωμένοι χυμοί χωρίς ζάχαρη (7.767), οι μαρμελάδες (7.490), τα καταψυγμένα λαχανικά (25.703), αύξηση 242%, ο τοματοπολτός (161.934), οι κονσερβοποιημένες ντομάτες (9.037), ο τοματοχυμός (22.080), αύξηση 255%, τα τουρσιά (31.120), αύξηση 102%, τα αλίπαστα ιχθυηρά (9.669), το ελαιόλαδο (310.335), το οποίο κατά την προηγούμενη πολύ καλή χρονιά, 1991, έφτασε τους 387.150 τόνους, τα σπορέλαια (129.693), τα ραφιναρισμένα σπορέλαια (132.675), με σχεδόν τριπλάσια παραγωγή σε σχέση με το 1982, οι σπορελαιόπιτες (174.531), τα μαγειρικά λίπη (48.999), τα ζυμαρικά (86.319), η ζάχαρη (319.944), η μελάσα (126.329), η σοκολάτα (19.060) με αύξηση 26% στη δεκαετία, τα μπισκότα (22.942), οι γκοφρέτες (10.116), ο χαλβάς (7.558), οι ζωοτροφές (834.323) με σημαντική αύξηση, οι συσκευασμένες ελιές (39.588), οι σταφίδες (65.740), το οινόπνευμα (21.070), το μπράντι (11.985), το ούζο (26.650), τα εμφιαλωμένα κρασιά (109.980) με περίπου 10% αύξηση, η μπίρα (402.533), τα αναψυκτικά με χυμούς φρούτων (160.606), αύξηση 68%, τα τσιγάρα (περ. 31 δισεκατομμύρια τεμάχια).

 

Αξιόλογα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, εκτός από το εκκοκκισμένο βαμβάκι (166.341), με παραπροϊόν βαμβακόσπορο 289.431 τόνων, είναι οι συνθετικές ίνες (6.514), τα μάλλινα νήματα (5.307), τα νήματα από βαμβάκι (103.656), τα νήματα συνθετικών και τεχνητών υλών (13.567), τα σύμμεικτα νήματα (14.638), τα μάλλινα υφάσματα (879), τα βαμβακερά υφάσματα (21.925), τα πλεκτά υφάσματα (38.239), τα σεντόνια (3.206), οι κλωστές (2.353), οι κάλτσες (περ. 64 εκατομμύρια ζεύγη), τα πλεκτά εσώρουχα (περ. 77 εκατομμύρια τεμάχια), τα πλεκτά ενδύματα (περ. 55 εκατομμύρια τεμάχια), οι τάπητες (περ. 4,8 εκατομμύρια τεμάχια), τα σκοινιά και οι σπάγκοι (4.860).

 

Η παραγωγή των άλλων ειδών ένδυσης και υπόδησης είναι: υποδήματα δερμάτινα (περ. 9 εκατομμύρια ζεύγη), εξωτερικά ενδύματα από ύφασμα (περ. 80 εκατομμύρια τεμάχια).

 

Η βιομηχανία ξύλου, μεταξύ των άλλων, κατασκεύασε 59.320 κυβ. μέτρα κόντρα-πλακέ, 820.000 κυβ. μέτρα παρκέτων, 513.105 κυβ. μέτρα τεχνητής ξυλείας (νοβοπάν κ.λ.π.) και 28,5 εκατομμύρια τεμάχια ειδών συσκευασίας (κιβώτια, τελάρα κ.λ.π.).

 

Η βιομηχανία μεταλλικών επίπλων κατασκεύασε 1.748.000 τεμάχια. Η παραγωγή της χαρτοβιομηχανίας ήταν 342.971 τόνοι χαρτιού και χαρτονιού, ποσότητα μεγαλύτερη κατά 67.414 τόνους σε σχέση με την παραγωγή πριν από μια δεκαετία. Αυξημένη είναι και η ποσότητα των χάρτινων ειδών υγείας, που έφτασε τους 102.988 τόνους.

 

Από τα επεξεργασμένα δέρματα κυριότερο προϊόν είναι τα επανωδέρματα, με 1.905.000 τ.μ.

 

Τα πλαστικά είδη οικιακής χρήσης παράγονται σε σημαντικές ποσότητες (14.393) και σε μεγαλύτερες ακόμη τα είδη συσκευασίας (134.157) και οι πλαστικοί σωλήνες (79.659). Τα οικοδομικά πλαστικά (12.845) είναι επίσης αξιόλογα, καθώς και διάφορα άλλα συναφή υλικά και αντικείμενα (38.731).

 

Από τα χημικά προϊόντα, σε σημαντικές ποσότητες παράγεται το ανθρακικό ασβέστιο (78.216), το θειικό αργίλιο, το υποχλωριώδες νάτριο (33.298), το υδροξείδιο του νατρίου (37.764) και προπαντός τα οξέα, θειικό (617.425), νιτρικό (440.646), φωσφορικό (164.867) και υδροχλωρικό (32.672). Η συνολική παραγωγή των λιπασμάτων (34.109) παρουσιάζει μεγάλες ετήσιες διακυμάνσεις και πτωτική τάση. Από τις πλαστικές ύλες σημαντικότερες είναι το χλωριούχο πολυβινύλιο (79.266) και το οξικό πολυβινύλιο (13.310). Άλλα χημικά προϊόντα είναι οι συνθετικές ρητίνες (14.737), οι διαλύτες (71.955), τα χρώματα ανιλίνης (1.639) και το κολοφώνιο (3.274).

 

Από τα αέρια βιομηχανικής σημασίας, σπουδαιότερη είναι η παραγωγή αμμωνίας (167.942), υγροποιημένου χλωρίου (33.518), αιθυλενίου (10.374), οξυγόνου και υδρογόνου. Η παραγωγή βερνικιών, ελαιοχρωμάτων και στιλβωμάτων ήταν 86.743 τόνοι.

 

Τα φαρμακευτικά προϊόντα (πλην των κτηνιατρικών) ήταν, το 1992 πάντοτε, αξίας 97,2 δισεκατομμυρίων δραχμών, ενώ η ποσότητα των κτηνιατρικών φαρμάκων ήταν 1.004 τόνοι, των γεωργικών 14.557 τόνοι και των εντομοκτόνων κάθε χρήσης 6.760 τόνοι.

 

Από τα καλλυντικά, σε μεγαλύτερες ποσότητες παράγονται τα αφρόλουτρα και σαμπουάν (15.777), καθώς και τα γαλακτώματα (1.398). Παρά τη μικρή ποσότητά τους (390), αναφέρουμε και τα αιθέρια έλαια, λόγω της υψηλής τιμής τους. Άλλα προϊόντα είναι τα σαπούνια, υγρά και στερεά (9.035), τα απορρυπαντικά (144.640) και οι κόλλες (41.515). Η ποσότητα, τέλος, των εκρηκτικών υλών φτάνει τους 20.478 τόνους.

 

Από τα διυλιστήρια αργού πετρελαίου παράγεται βενζίνη (3.572.227), πετρέλαιο (9.929.949), καύσιμα αέρια-υγραέρια (594.609) και ορυκτέλαια (222.777). Από τα υποπροϊόντα της πετροχημικής βιομηχανίας, σημαντικότερα ποσοτικώς είναι η άσφαλτος (346.139 τόνοι το 1991) και τα μονωτικά υλικά (8.342).

 

Προϊόντα μη μεταλλοφόρων ορυκτών είναι τα κεραμίδια (111,9 εκατομμύρια τεμάχια), τα τούβλα (1,4 περ. δισεκατομμύρια τεμάχια), τα τσιμεντότουβλα (26,3 περ. εκατομμύρια τεμάχια), τα πυρότουβλα (11.442), άλλα πυρίμαχα είδη (24.854), οι υαλοπίνακες (5.017), τα υαλικά οικιακής χρήσης (4.377), οι γυάλινες φιάλες (85.520), τα γυάλινα φωτιστικά (1,575), τα οικιακά είδη από πορσελάνη (23,5 εκατομμύρια τεμάχια), τα οικοδομικά πλακίδια (4,8 εκατομμύρια τετρ. μέτρα) και τα είδη υγιεινής (782 χιλ. τεμ.). Σημαντικό προϊόν είναι το τσιμέντο (12.760.831), από το οποίο κατασκευάζονται επίσης 758 χλμ. σωλήνων και 164.000 στύλοι. Η παραγωγή άνυδρου ασβέστη είναι 217.838 τόνοι και του στόκου 51.187 τόνοι.

 

Σπουδαιότερα μεταλλουργικά προϊόντα είναι ο χάλυβας (923.513), ο σίδηρος (923.713), τα χαλυβδόφυλλα (570.638), οι χαλυβδοταινίες (589.861), ο μόλυβδος (2.771), τα είδη από μόλυβδο (1.837), ο χαλκός (32.854), οι σωλήνες, φύλλα κ.λπ. από χαλκό (26.797), τα είδη από ορείχαλκο (13.402). Σημαντική είναι η παραγωγή αλουμίνας (625.824). αλουμινίου (174.497) και επεξεργασμένων μορφών του (100.977 το 1991).

 

Άλλα μεταλλικά προϊόντα είναι οι σιδηροσωλήνες (198.448), τα σύρματα, πλέγματα κ.λπ. (248.020), οι βίδες, τα καρφιά και λοιπά μικροαντικείμενα (21.853), τα σιδηρικά θυρών, επίπλων κ.λ.π. (περ. 40,5 εκατομμύρια τεμάχια), τα διάφορα εργαλεία (330 χιλ. τεμάχια), οι θερμάστρες (93.829 τεμάχια), οι κουζίνες (9.610 τεμ.), τα καμινέτα (300.691 τεμάχια), οι λάμπες αερίου (89.884 τεμάχια), τα σκεύη μαγειρικής (2.217 τόνοι ή 1,7 περ. εκατομμύρια τεμάχια), τα επιτραπέζια σκεύη (330), τα κουτιά συσκευασίας (περ. 1,6 δισεκατομμύρια τεμάχια), το αλουμινόχαρτο (26.043), τα ηλεκτρόδια (5.794), τα ράφια (4.685) και τα χρηματοκιβώτια (2.429 τεμάχια).

 

Οι κατασκευές μηχανών είναι ασήμαντος τομέας της ελληνικής βιομηχανίας. Το 1992, πάντοτε, κατασκευάστηκαν μόνο 8.069 μηχανές εσωτερικής καύσης, με αυξητική όμως τάση παραγωγής, ενώ μεγάλη αύξηση παρουσιάζει ο κλάδος των κλιματιστικών μηχανημάτων με 32.503 μονάδες. Αμετάβλητος παραμένει ο αριθμός παραγωγής των ηλιακών θερμοσιφώνων (46.000 τεμάχια).

 

Γεωργικά μηχανήματα κατασκευάζονται πολλών ειδών: άροτρα (2.853 τεμάχια με μεγάλη πτώση παραγωγής), ελκυστήρες (1.023 τεμάχια, με πολύ μειωμένη παραγωγή), σπαρτικές μηχανές (871 τεμάχια), διάφορα άλλα (29.000 τεμάχια) και ζωοκομικά (5.380 τεμάχια).

 

Από τα μηχανήματα λατομείων, οδοποιίας και οικοδομικής, παράγονται κυρίως αεροσυμπιεστές (5.228 τεμάχια) και μπετονιέρες (1993).

 

Λίγα είναι και τα μηχανήματα παραγωγής ειδών διατροφής (2.618 τεμάχια), ενώ περισσότερα τα ξυλουργικά (7.707 τεμάχια). Παράγονται, τέλος, μηχανήματα επεξεργασίας μετάλλων (3.236 τεμάχια), αντλίες (29.208 τεμάχια, με μεγάλη πτώση παραγωγής), ψεκαστήρες (45.729 τεμάχια), πυροσβεστήρες (124.216 τεμάχια), ζυγαριές (10.827 τεμάχια), πλάστιγγες (392 τεμάχια), λέβητες (37.785 τεμάχια), δεξαμενές (6.615 τεμάχια), κλίβανοι (399 τεμάχια).

 

Από τις ηλεκτρικές μηχανές, συσκευές και ηλεκτρολογικά είδη, παράγονται ηλεκτρογεννήτριες (22.452 τεμάχια), μετασχηματιστές (124.259 με κατακόρυφη πτώση παραγωγής), συσσωρευτές (789.000 τεμάχια), αγωγοί ηλεκτρισμού (51.756 τόνοι), λαμπτήρες φθορισμού (112.000 τεμάχια), διακόπτες, ρευματοδότες κ.λ.π. (περ. 26 εκατομμύρια τεμάχια), μονωτικοί σωλήνες (περ. 46 εκατομμύρια μέτρα).

 

Από το τηλεπικοινωνιακό υλικό μεγαλύτερη σημασία έχουν οι τηλεφωνικές συσκευές (91.876 τεμάχια) και τα τηλεφωνικά κέντρα (2.169 τεμάχια). Οι ενισχυτές ήχου (61.014 τεμάχια), τα ηχεία και μεγάφωνα (2.112 τεμάχια), τα επιστημονικά όργανα (12.761 τεμάχια), οι ηλεκτρικές εστίες, φριτέζες, τοστιέρες και ψηστιέρες (110.552 τεμάχια), οι οικιακές ηλεκτρικές κουζίνες, κουζινάκια και φουρνάκια (160.417 τεμάχια), τα μικρά πλυντήρια πιάτων (59.170 τεμάχια) και τα μικρά πλυντήρια ρούχων (18.522 τεμάχια) δεν αποτελούν σπουδαία βιομηχανική παραγωγή, ενώ η παραγωγή επαγγελματικών ηλεκτρικών συσκευών είναι τελείως ασήμαντη (αναμεικτήρες 1.494 τεμάχια, φούρνοι 1.725 τεμάχια), με εξαίρεση τα ψυγεία (44.635 τεμάχια).

 

Από τις λοιπές συσκευές κλιματισμού, μπορούν να αναφερθούν τα αερόθερμα (26.798 τεμάχια), οι ανεμιστήρες, απορροφητήρες, εξαεριστήρες (248.539 τεμάχια), οι ηλεκτρικές θερμάστρες, σώματα, θερμοσυσσωρευτές (93.789 τεμάχια), οι ηλεκτρικοί θερμοσίφωνες (240.481 τεμάχια).

 

Η Ελλάδα ουσιαστικά δε διαθέτει βιομηχανία μεταφορικών μέσων, καθώς συναρμολογούνται μόνο λίγα αυτοκίνητα (14.882 επιβατικά, 121 λεωφορεία, 1.919 φορτηγά) και κατασκευάζονται αμαξώματα (2.611) και μικρά ποδήλατα (47.112).

 

Παράγονται, τέλος, διορθωτικά κρύσταλλα για την όραση (698.000 τεμάχια), σκελετοί γυαλιών (117.000 τεμάχια), φωνογραφικοί δίσκοι (3.841.000 τεμάχια) και κασέτες (4.342.000 τεμάχια), γραφίδες μελάνης με σφαιρίδιο (25 εκατομμύρια τεμάχια), αποτυπωτικό και αυτογραφικό χαρτί (1.670 τόνοι), μελανοταινίες (περ. 1,5 εκατομμύρια μέτρα) και ομπρέλες (66.000 τεμάχια).

 

Η ναυπηγική βιομηχανία βρίσκεται από χρόνια σε μεγάλη κρίση και κινδυνεύει να εξαφανιστεί εντελώς.

 


 

Οικοδομική δραστηριότητα

 

Ο τομέας των οικοδομικών κατασκευών παρουσιάζει αύξηση κατά το πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 1997 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου χρόνου. Με βάση τις άδειες οικοδόμησης ιδιωτικών κατοικιών και τον όγκο των κατασκευών η οικοδομική δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 4,8%. Ειδικότερα η οικοδομική δραστηριότητα σημείωσε μείωση κατά 1,1% στο νομό Αττικής και αύξηση 7,1% στην υπόλοιπη χώρα. Στην υπόλοιπη Στερεά και Εύβοια ο οικοδομικός όγκος αυξήθηκε το ίδιο διάστημα κατά 24,7%, στη Μακεδονία κατά 14,2% και στα νησιά του Αιγαίου κατά 10,7%.

 


 

Ηλεκτρισμός

 

Η μόνη αξιόλογη πηγή ενέργειας της χώρας είναι τα κοιτάσματα του λιγνίτη, ενώ το υδροηλεκτρικό δυναμικό είναι περιορισμένο και τα υγρά καύσιμα ανεπαρκή. Οι ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται με γρήγορο ρυθμό και καλύπτονται με δυσκολία, στο βαθμό που να απειλούνται διακοπές ρεύματος από το καλοκαίρι του 1996. Μεγάλη είναι η εξάρτηση της Ελλάδας από τις εισαγωγές πετρελαίου, παρά την αύξηση της ποσότητας του λιγνίτη που εξορύσσεται. Με την κατανάλωση φυσικού αερίου, που θα εισάγεται από τη Ρωσία, όταν ολοκληρωθούν τα έργα υποδομής, αναμένεται να βελτιωθεί η κατάσταση.

 

Κατά την εικοσαετία 1973-1993 η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 2,5 φορές περίπου, φτάνοντας τα 34,4 δισεκατομμύρια ωριαία κιλοβάτ. Το μεγαλύτερο ποσοστό της (31,9 δισεκατομ. KW περίπου) ήταν θερμικής προέλευσης και το υπόλοιπο υδροηλεκτρικής. Το 1996 η εγκαταστημένη ισχύς θερμικής προέλευσης ήταν 6.857.000 KW και υδροηλεκτρικής προέλευσης 2.524 KW. Την ίδια χρονιά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ήταν 38.442.000.000 KW, ενώ καταναλώθηκαν 35.463.000.000 KW. Σύμφωνα με την απογραφή του 1988, στον τομέα του ηλεκτρισμού απασχολούνταν 21.600 άτομα και του φωταερίου 376. Το 1993 στον τομέα παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας εργάζονταν 23.324 άτομα. Αυξητική τάση παρουσιάζει και η παραγωγή αερίου πόλης.

 

Από την εγκαταστημένη ισχύ των 9.150.155 κιλοβάτ (1993), τα 4.481.000 παράγονται στον νομό Κοζάνης. Στην κατανάλωση πρώτη έρχεται η Περιφέρεια της Πρωτεύουσας, που απορροφά περισσότερο από το 30% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας.

 

Ο Δείκτης Ηλεκτρισμού-Φωταερίου το χρονικό διάστημα 1993-97 παρουσίασε αύξηση κατά 13,1%. Με βάση τη μέση μηνιαία παραγωγή του 1980 (100,0), ο δείκτης παραγωγής και διανομής ηλεκτρισμού ήταν το 1997 186,0 και το πρώτο τετράμηνο του 1998 189,7, ενώ ο δείκτης παραγωγής και διανομής φυσικού αερίου ήταν το 1997 649,7 και το πρώτο τετράμηνο του 1998 4.358,1.

 


 

Εμπόριο

 

Εξωτερικό εμπόριο.

 

Το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας παρουσιάζει χρόνιο παθητικό, πολύ μεγάλο μάλιστα, αφού συνήθως οι εξαγωγές δεν καλύπτουν ούτε τη μισή αξία των εισαγωγών. Μετά από μια πρόσκαιρη μικρή βελτίωση το 1987, το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας παρουσιάζει αυξημένο παθητικό κατά τα τελευταία χρόνια. Το 1993 οι εξαγωγές κάλυψαν μόλις το 38,2% της αξίας των εισαγωγών και το παθητικό ξεπέρασε τα 3,1 τρισεκατομμύρια δραχμές. Το 1993 η αξία των εισαγωγών ήταν 19,2 δισεκατομμύρια δολάρια και των εξαγωγών 9 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το 1997 η αξία του συνόλου των εισαγωγών ήταν 6.816.137,7 εκατομμύρια δραχμές και η συνολική ποσότητα των εμπορευμάτων 36.064,4 χιλιάδες τόνοι. Την ίδια χρονιά η αξία του συνόλου των εξαγωγών ήταν 2.985.711,7 εκατομμύρια δραχμές και η συνολική ποσότητα των εμπορευμάτων 22.921,1 χιλιάδες τόνοι.

 

Η Ελλάδα, χώρα μικρή και με περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες, με χαμηλή τεχνολογία στους περισσότερους τομείς και ασήμαντη βαριά βιομηχανία, εισάγει σχεδόν όλων των ειδών τα προϊόντα και ιδιαίτερα μηχανήματα και υλικό μεταφορών, μηχανολογικό εξοπλισμό, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, οπτικά είδη, αντικείμενα οικιακής χρήσης, αργό πετρέλαιο, ποτά και καπνός, πρώτες ύλες, ορυκτά καύσιμα, λιπαντικά κλπ., έλαια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης, χημικά προϊόντα, ξυλεία, χαρτί, τρόφιμα και ζώντα ζώα, και ιδιαίτερα κρέας, βούτυρο και τυριά, καθώς και πολλά άλλα είδη, όπως τα ενδύματα, παρότι υπάρχει υπερεπάρκειά ανάλογων προϊόντων εγχώριας κατασκευής και ικανοποιητικής ποιότητας.

 

Κατά κατηγορίες ειδών, το μεγαλύτερο παθητικό στο εμπορικό ισοζύγιο οφείλεται στο υλικό μεταφορών και τα μηχανήματα - ιδιαίτερα τα ιδιωτικά αυτοκίνητα - τα χημικά προϊόντα, τα καύσιμα και λιπαντικά και τα τρόφιμα και ζωντανά ζώα. Ενεργητικό υπάρχει μόνο στα έλαια και λίπη - κυρίως ελαιόλαδο - τα ποτά και τον καπνό και λίγα βιομηχανικά και άλλα προϊόντα, μη ταξινομημένα κατά κατηγορίες. Το ενδοκοινοτικό εμπορικό ισοζύγιο το 1997 παρουσίασε παθητικό -3.077.100 εκατομμύρια δραχμές και το εμπορικό ισοζύγιο του εξωτερικού εμπορίου με Τρίτες χώρες παθητικό -907.139 εκατομμύρια δραχμές.

 

Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εισαγωγών προέρχεται από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (66,4% το 1992, αν προστεθούν και τα νέα μέλη της, Αυστρία, Σουηδία και Φινλανδία) και κυρίως από την Ομοσπονδιακή Γερμανία (20,4%), την Ιταλία (14,3%) και τη Γαλλία (7,9%).

 

Το ποσοστό των εισαγωγών από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έπεσε στο 4% (από 8,6% το 1984), ενώ των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών είναι 2,5%, των αφρικανικών 4,8%, με πρώτη τη Λιβύη (2,1%), λόγω των εισαγωγών πετρελαίου, των αμερικανικών 5,2%, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών (3,6%), των ασιατικών 16%, με πρώτες την Ιαπωνία (6,4%), το Ιράν (2,8%) και τη Σαουδική Αραβία (1,3%).

 

Ανάλογος είναι και ο προορισμός των ελληνικών εξαγωγών, με τη διαφορά ότι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν μεγαλύτερο ποσοστό, σε σχέση με τις εισαγωγές, και οι πετρελαιοεξαγωγικές χώρες και η Ιαπωνία μικρότερο.

 

Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορροφούν (με στοιχεία του 1992) το 68,8% των ελληνικών εξαγωγών, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης το 6,2% (10,6% το 1993), οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές το 3,5%, οι αφρικανικές το 3,6%, με πρώτη την Αίγυπτο (1,2%), οι αμερικανικές το 5,5% (3,9% μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες) και οι ασιατικές το 9,9%, με πρώτη την Κύπρο (3,3%).

 

Η Ελλάδα εξάγει διάφορα βιομηχανικά είδη (54,6% του συνόλου των εξαγωγών), χημικά προϊόντα, μηχανήματα, τρόφιμα και ζώντα ζώα (αξίας 492.067,7 εκατομμυρίων δραχμών το 1997), ποτά και καπνό (αξίας 176.516,1 εκατομμυρίων δραχμών το 1997), πρώτες ύλες (αξίας 181.021,8 εκατομμυρίων δραχμών το 1997), ορυκτά καύσιμα (αξίας 256.872,1 εκατομμυρίων δραχμών το 1997), μηχανήματα και υλικά μεταφορών (αξίας 246.004,1 εκατομμυρίων δραχμών το 1997), έλαια και λίπη (αξίας 106.596,6 εκατομμυρίων δραχμών το 1997), χημικά προϊόντα (αξίας 170.532,6 εκατομμυρίων δραχμών το 1997) και διάφορα άλλα βιομηχανικά είδη (αξίας 681.310,6 εκατομμυρίων δραχμών το 1997).

 

Σε σχέση με την αξία τους, σπουδαιότερα από τα τρόφιμα που εξάγονται είναι τα φρούτα και οι καρποί, νωπά και παρασκευασμένα, τα διατηρημένα και παρασκευασμένα λαχανικά, το σιτάρι και το καλαμπόκι, τα νωπά ή καταψυγμένα λαχανικά, το τυρί, τα νωπά ή καταψυγμένα ψάρια, τα παρασκευάσματα από δημητριακά, το γάλα και ορισμένα προϊόντα του. Αξιόλογα εξαγωγικά προϊόντα είναι επίσης ο καπνός και τα βιομηχανικά προϊόντα του, καθώς και τα αλκοολούχα ποτά. Από τις πρώτες ύλες, τη μεγαλύτερη εξαγωγική σημασία έχουν το βαμβάκι, τα μεταλλεύματα αλουμινίου και η αλουμίνα, τα λατομικά προϊόντα και τα ακατέργαστα δέρματα. Μεγάλη είναι η αξία των φυτικών ελαίων και λιπών που εξάγονται.

 

Από τα χημικά προϊόντα πρέπει να αναφερθούν τα χρώματα, βερνίκια, βαφές κ.λπ., τα φάρμακα, τα καλλυντικά, τα λιπάσματα, τα πολυμερή, οι σωλήνες και άλλα πλαστικά αντικείμενα.

 

Σημαντική είναι η αξία των εξαγωγών τσιμέντου, ασβέστη και έτοιμων υλικών κατασκευών, των νημάτων, των βαμβακερών υφασμάτων, των κατεργασμένων γουνοδερμάτων και δερμάτων, του χαρτιού και χαρτονιού, των επιστρωμάτων δαπέδων, των πλεκτών υφασμάτων και άλλων ειδών από υφαντικές ύλες.

 

Από τα μέταλλα και τα μεταλλικά προϊόντα, μεγαλύτερη αξία εξαγωγών έχουν τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα (ελάσματα, σωλήνες), το αλουμίνιο και ο χαλκός, ενώ μικρότερη οι κινητήρες και διάφορα άλλα μηχανήματα.

 

Από τα υπόλοιπα βιομηχανικά είδη που εξάγονται, τη μεγαλύτερη σημασία έχουν τα ηλεκτρικά καλώδια και σύρματα, ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός, οι οικιακές συσκευές, τα πλοία και πλοιάρια, τα τεχνουργήματα από πλαστικές ύλες, τα υποδήματα και προπαντός τα ενδύματα και συναφή είδη, που αποτελούν το σπουδαιότερο ελληνικό εξαγωγικό προϊόν (410 δισεκατομμύρια δραχμές το 1992).

Εσωτερικό εμπόριο.

Χαρακτηριστικά του εμπορίου στο εσωτερικό της χώρας είναι ο τεράστιος αριθμός των καταστημάτων και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, με δύο περίπου άτομα ως προσωπικό η καθεμιά, κατά μέσο όρο. Ο μεγαλύτερος αριθμός καταστημάτων ανήκει στους κλάδους των ειδών διατροφής και ενδυμασίας-υπόδησης και ακολουθούν τα καταστήματα λιανικού εμπορίου, επίπλων και συσκευών οικιακής χρήσης, βιβλίων-χαρτικών κ.λπ.

 


 

Ναυτιλία

 

Ο εμπορικός στόλος έχει μεγάλη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στον κόσμο. Την περίοδο 1981-89 το μέγεθός του, από άποψη συνολικής χωρητικότητας, παρουσίασε διαρκή και σημαντική μείωση, ενώ το διάστημα 1990-93 σημειώνει αξιόλογη αύξηση (περ. 42% σε 4 χρόνια) και φτάνει, το 1993, τους 29.672 κόρους ολικής χωρητικότητας (Κ.Ο.Χ.). Το 1996 η δύναμη του ελληνικού εμπορικού στόλου περιλάμβανε 2.013 πλοία με χωρητικότητα 27.935 χιλιάδες Κ.Ο.Χ. Αναλυτικά περιλάμβανε 748 φορτηγά, 415 δεξαμενόπλοια, 522 επιβατηγά και 328 ρυμουλκά, αλιευτικά, ναυαγοσωστικά και λοιπά πλοία.

 

Ο ελληνικής ιδιοκτησίας εμπορικός στόλος αποτελούσε, το 1992, το 6,4% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου, ποσοστό πολύ μικρότερο του 1975 (12,6%). Αν και ο ελληνικός εμπορικός στόλος ανανεώθηκε αρκετά κατά τα τελευταία χρόνια, περιλαμβάνει ακόμη πολλά παλιά πλοία, στα οποία τα πληρώματα εργάζονται κάτω από δύσκολες συνθήκες. Τα παροπλισμένα ελληνικά σκάφη, λόγω της κρίσης στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές κατά την προηγούμενη δεκαετία, μειώθηκαν σε αριθμό και χωρητικότητα και ήταν στα τέλη του 1996 συνολικά 261 (χωρητικότητας 1.989.760 Κ.Ο.Χ.).

 

Το 1995 αποβιβάστηκαν στα ελληνικά λιμάνια 1.225.628 ταξιδιώτες εξωτερικού και επιβιβάστηκαν για να ταξιδέψουν στο εξωτερικό 1.158.941 επιβάτες εξωτερικού. Συνολικά το 1996 ταξίδεψαν με τα ελληνικά πλοία 41.639.000 επιβάτες εσωτερικού και 2.732.000 επιβάτες εξωτερικού. Την ίδια χρονιά το φορτίο των εμπορευμάτων εσωτερικού ήταν 21.081.000 τόνοι και το φορτίο εμπορευμάτων εξωτερικού 59.905.000 χιλιάδες τόνοι.

 


 

Τουρισμός

 

Χάρη στο κλίμα της, τις εκτεταμένες ωραίες ακτές, το πλήθος των νησιών, την ποικιλία και ωραιότητα του τοπίου, το πλήθος των ιστορικών μνημείων και το σημαντικό ξενοδοχειακό δυναμικό, η Ελλάδα είναι μία από τις αξιολογότερες τουριστικές χώρες και ο τουρισμός αποτελεί σημαντικό κλάδο της οικονομίας της.

 

Χάρη στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της χώρας και την αύξηση της περιόδου των πληρωμένων διακοπών για τους εργαζόμενους, αναπτύχθηκε, παράλληλα με τον εξωτερικό, και ο εσωτερικός τουρισμός.

 

Η προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα συντονίζεται και υποβοηθείται από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.).

 

Το ρεύμα των αφίξεων των ξένων περιηγητών βρίσκεται σε διαρκή σχεδόν άνοδο. Από τα πολύ χαμηλά επίπεδα της δεκαετίας του `50, ο αριθμός των ξένων επισκεπτών της χώρας πέρασε το ένα εκατομμύριο το 1966, τα δύο εκατομμύρια το 1971, τα τρία εκατομμύρια το 1973, τα τέσσερα εκατομμύρια το 1976, τα πέντε εκατομμύρια το 1978. Το 1981 έφτασαν στη χώρα 5.577.109 τουρίστες, το 1991 8.271.258, το 1995 10.712.145, το 1996 9.782.061 και το 1997 10.588.489 τουρίστες.

 

Το 76% περίπου των ξένων επισκεπτών έρχεται με αεροπλάνα, ενώ οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους με πλοία ή αυτοκίνητα. Πολύ μικρό είναι το ποσοστό των σιδηροδρόμων στον εξωτερικό τουρισμό. Από τα περίπου 7,5 εκατομμύρια των αφίξεων αεροπορικώς, οι 5,7 περίπου πραγματοποιήθηκαν με ειδικώς ναυλωμένες πτήσεις ("τσάρτερ"). Τα αεροδρόμια της Αθήνας, του Ηρακλείου, της Ρόδου, της Κέρκυρας, της Κως και της Θεσσαλονίκης παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη τουριστική κίνηση.

 

Οι περισσότεροι τουρίστες έρχονται κατά τη θερινή περίοδο, από τον Μάιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι οι μήνες της αιχμής της τουριστικής κίνησης, αλλά ικανοποιητικός είναι και ο αριθμός των αφίξεων κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Οκτώβριο. Για τη χρονική εξισορρόπηση της τουριστικής κίνησης, καταβάλλονται προσπάθειες ανάπτυξης του χειμερινού τουρισμού, με την ίδρυση περισσότερων χιονοδρομικών κέντρων.

 

Το μεγαλύτερο μέρος των ξένων τουριστών έρχεται από τις ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, με πτήσεις "τσάρτερ" οι περισσότεροι τουρίστες έρχονται, κατά σειρά, από το Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία), τη Γερμανία, τις Σκανδιναβικές χώρες, την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Αυστρία.

 

Για το σύνολο των επισκεπτών, με κάθε μεταφορικό μέσο, κυριότερες χώρες προέλευσης είναι, κατά σειρά, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Αυστρία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Δανία.

 

Οι μη ευρωπαϊκές χώρες - εκτός από τις Η.Π.Α. - έχουν μικρό μερίδιο στον ελληνικό τουρισμό. Από τις ασιατικές, ενδιαφέρον παρουσιάζουν η Τουρκία, η Ιαπωνία και το Ισραήλ, από τις αφρικανικές η Αίγυπτος και η Νοτιοαφρικανική Ένωση, από τις άλλες αμερικανικές ο Καναδάς και από τις υπόλοιπες η Αυστραλία.

 

Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά (1997) 304.797 ξενοδοχειακά δωμάτια με 577.259 κλίνες. Το 1993 λειτουργούσαν ακόμη 1.019 άλλα ξενοδοχειακά καταστήματα (ξενώνες, πανδοχεία κ.λ.π.), καθώς και 1.323 επιπλωμένα διαμερίσματα. Από τα 3.506 ξενοδοχεία που λειτουργούαν στη χώρα το 1993, τα 49 ήταν πολυτελείας, τα 363 Α΄ τάξης, τα 927 Β΄ τάξης και τα 2.167 Γ΄ τάξης.

 

Το ταξιδιωτικό συνάλλαγμα παρουσίασε σημαντική αύξηση το διάστημα 1983-1994 από 1.175,7 εκατομμύρια δολάρια σε 4.135,8 εκατομμύρια δολάρια, τα επόμενα χρόνια όμως παρουσίασε μικρή πτώση (3.770,6 εκατομμύρια δολάρια το 1997).

 

Το 1997 επισκέφθηκαν τα μουσεία της χώρας 2.526.630 επισκέπτες και τους αρχαιολογικούς χώρους 6.416.499 επισκέπτες, ενώ οι συνολικές εισπράξεις από τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους ήταν 10.894.335.000 δραχμές.

 


 

Μεταφορές

 

Στον τομέα των συγκοινωνιών έχει επιτελεστεί στη χώρα σημαντική πρόοδος κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα τις οδικές και τις αεροπορικές μεταφορές, ενώ η ακτοπλοΐα δεν εξυπηρετεί ικανοποιητικά όλες τις παράκτιες περιοχές και τα νησιά. Στους σιδηροδρόμους επικρατούσε στασιμότητα, μέχρι πριν λίγα χρόνια, τώρα όμως εκσυγχρονίζεται ο κύριος άξονας Αθήνας - Θεσσαλονίκης, με διπλή γραμμή, μερικώς νέα χάραξη και ανανέωση και βελτίωση των γραμμών. Με την περάτωση των έργων αναμένεται να μειωθεί η διάρκεια του ταξιδιού και να γίνει το ίδιο πολύ πιο άνετο.

 


 

Σιδηρόδρομοι

 

Το μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου είναι 2.474 χιλιόμετρα, μικρότερο ακόμη και από ό,τι ήταν πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ακόμη, μόνο τα 1.565 χλμ. των γραμμών έχουν το κανονικό διεθνές πλάτος. Το τροχαίο υλικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας (ΟΣΕ) από το 1975 περίπου παρουσιάζει ποσοτικώς μείωση, ποιοτικώς όμως υπήρξε κατά τα τελευταία χρόνια αισθητή βελτίωση.

 

Το 1992 ήταν σε λειτουργία 198 ντιζελάμαξες, 106 αυτοκινητάμαξες και ρυμουλκούμενα, 228 άμαξες επιβατών και 9.043 άμαξες φορτίου. Χρησιμοποιούνταν επίσης 125 φορτηγά αυτοκίνητα και 22 λεωφορεία. Στις αποθήκες και τα συνεργεία υπήρχαν ακόμη 116 ατμάμαξες και ντιζελάμαξες, 71 αυτοκινητάμαξες, 307 άμαξες επιβατών και 4.211 άμαξες φορτίου.

 

Ο ΟΣΕ χρησιμοποιεί προσωπικό 11.609 ατόμων (1996), με σταδιακή μείωσή του, μετά την αδικαιολόγητη και υπέρμετρη αύξηση της περιόδου 1983-85. Η λειτουργία του παρουσιάζει σοβαρό παθητικό, που καλύπτεται από καταβολές του δημοσίου, το οποίο το 1992 ήταν 21 δισεκατομμύρια δραχμές. Το 1996 μεταφέρθηκαν συνολικά 12.816.000 επιβάτες σε δρομολόγια του εσωτερικού και του εξωτερικού. Την ίδια χρονιά μεταφέρθηκαν με τους σιδηροδρόμους 2.204.000 τόνοι εμπορευμάτων, ποσότητα που παρουσιάζει σημαντική μείωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

 

Οδικές μεταφορές

Το εθνικό δίκτυο της χώρας έχει συνολικό μήκος 9.255 χιλιομέτρων, από τα οποία τα 9.236 χλμ. είναι ασφαλτοστρωμένα και από αυτά τα 8.347 χλμ. βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Το επαρχιακό οδικό δίκτυο έχει συνολικό μήκος 29.351 χλμ., από τα οποία τα 20.810 χλμ. είναι ασφαλτοστρωμένα και τα 20.611 χλμ. βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Το εθνικό οδικό δίκτυο βελτιώνεται με τη διεύρυνση και ανακατασκευή του τμήματος από τα βόρεια σύνορα μέχρι τη Θεσσαλονίκη, Αθήνα και Πάτρα, προπαντός όμως με τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού, άξονα μεγάλης σημασίας από κάθε πλευρά, που θα συνδέει την Αλεξανδρούπολη με την Ηγουμενίτσα και, με κάθετες προεκτάσεις, ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τις γειτονικές Βαλκανικές χώρες.

 

Το 1996 κυκλοφορούσαν 3.277 αστικά και 3.943 υπεραστικά λεωφορεία των τακτικών αστικών και υπεραστικών γραμμών. Συνολικώς διακινήθηκαν το 1995 953.905.000 επιβάτες, από τους οποίους 806.817.000 στις αστικές γραμμές και 147.088.000 στις υπεραστικές. Οι χιλιομετρικοί επιβάτες των υπεραστικών δρομολογίων ήταν 5.670.779.000.

 

Στις αστικές και υπεραστικές συγκοινωνίες το 1996 απασχολούνταν συνολικώς 23.497 άτομα, ο αριθμός τους όμως παρουσιάζει συνεχή μείωση, ιδίως σε σύγκριση με το 1984 (32.394 άτομα).

 

Ο αριθμός των αυτοκινήτων και μοτοσικλετών παρουσιάζει διαρκή άνοδο και από 1.360.345 που ήταν το 1980 έφτασε τα 3.195.324 το 1993, ενώ το 1997 κυκλοφορούσαν στη χώρα 2.500.099 επιβατικά αυτοκίνητα, 951.785 φορτηγά και 570.965 μοτοσικλέτες.

 

Ανησυχητική είναι η αύξηση των οδικών τροχαίων ατυχημάτων τα τελευταία χρόνια: Από 17.950 το 1971, ο αριθμός των τροχαίων ατυχημάτων αυξήθηκε στα 20.764 το 1991. Το 1997 συνέβησαν στο εθνικό και επαρχιακό οδικό δίκτυο 24.319 τροχαία ατυχήματα, στα οποία τραυματίστηκαν 32.667 άτομα και έχασαν τη ζωή τους 2.199 άτομα.

 


 

Πολιτική αεροπορία

 

Η μικρή έκταση της Ελλάδας και το μέτριο γενικά βιοτικό επίπεδο των κατοίκων αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες στην ανάπτυξη των αεροπορικών μεταφορών στο εσωτερικό.

 

Η χώρα διαθέτει 36 αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις, από τα οποία σημαντικότερα είναι του Ελληνικού στην Αθήνα και το Αεροδρόμιο Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη. Η κίνηση βρισκόταν σε διαρκή σχεδόν άνοδο, στο εσωτερικό της χώρας, μέχρι και το 1985, οπότε η Ολυμπιακή Αεροπορία - μοναδικός τότε μεταφορέας στο ελληνικό έδαφος - πραγματοποίησε 5.335.459 μεταφορές επιβατών. Ο αριθμός των επιβατών της μειώθηκε σταθερά την επόμενη δεκαετία και το 1992 αυτοί δεν ήταν παρά 3.328.406, από το 1995 όμως παρατηρείται αύξηση των επιβατών. Το 1997 ταξίδεψαν με την Ολυμπιακή Αεροπορία 4.189.000 επιβέτες εσωτερικού και 2.872.000 επιβάτες εξωτερικού.

 

Αύξηση παρατηρείται και στις μεταφορές εμπορευμάτων: το 1981 μεταφέρθηκαν συνολικά 46.512 τόνοι εμπορευμάτων και το 1997 μεταφέρθηκαν 72.369 τόνοι εμπορευμάτων και ταχυδρομείου. Αντίθετα, οι χιλιομετρικοί επιβάτες παρουσιάζουν το μέγιστο κατά το έτος 1989 και έκτοτε σημειώνουν μικρή κάμψη. Οι χιλιομετρικοί τόνοι φορτίου έφτασαν τη μέγιστη τιμή το 1991 (106.152.000), πάντοτε στις γραμμές εξωτερικού.

 

Η συνολική αεροπορική κίνηση, εσωτερικού και εξωτερικού, όλων των εταιρειών, παρουσιάζει συνεχή σχεδόν άνοδο (εξαίρεση το 1991) και ήταν το 1992, 259.101 πτήσεις, με 11.442.000 επιβιβάσεις επιβατών, 11.420.000 αποβιβάσεις, 59.494 τόνους εμπορευμάτων και ταχυδρομείου που φορτώθηκαν και 68.041 τόνους που εκφορτώθηκαν.

 

Τα αεροδρόμια με τη μεγαλύτερη κίνηση είναι, κατά σειρά, της Αθήνας, του Ηρακλείου, της Θεσσαλονίκης, της Ρόδου και της Κέρκυρας. Τα περισσότερα δρομολόγια έχουν ως αφετηρία την Αθήνα. Από τη Θεσσαλονίκη υπάρχει επίσης αεροπορική συγκοινωνία με το Ηράκλειο, τη Λήμνο, τη Μυτιλήνη, τη Ρόδο, τα Ιωάννινα, την Κέρκυρα, τα Χανιά, τη Χίο, τη Σάμο και κατά τους θερινούς μήνες με τη Σαντορίνη και τη Μύκονο. Σπουδαιότερες σε κίνηση επιβατών από τις 56 εσωτερικές γραμμές της Ολυμπιακής Αεροπορίας είναι, κατά σειρά, η Αθήνας - Θεσσαλονίκης, Αθήνας - Ηρακλείου, Αθήνας - Ρόδου, Αθήνας - Χανίων και Αθήνας - Μυτιλήνης. Για τις διεθνείς αερογραμμές, το αεροδρόμιο της Αθήνας είναι ένα από τα σπουδαιότερα σε κίνηση σ` ολόκληρο τον κόσμο.

 

Η Ολυμπιακή Αεροπορία είναι ένας σημαντικός αερομεταφορέας, σε διεθνές επίπεδο, με αρκετά υψηλή τεχνική στάθμη, παρουσιάζει όμως χαμηλή παραγωγικότητα και τεράστιο συσσωρευμένο έλλειμμα, το οποίο πλέον - σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες - δε θα είναι δυνατόν να καλύπτεται από το δημόσιο προϋπολογισμό. Για την εξυγίανση της επιχείρησης έχει εκπονηθεί ένα κυβερνητικό πρόγραμμα, προς το παρόν όμως τα αποτελέσματά του είναι πενιχρά, κυρίως λόγω της αντίδρασης του προσωπικού, ενώ οι συχνές απεργίες παρενοχλούν σοβαρά τη λειτουργία της και ταλαιπωρούν το κοινό.

 


 

Τηλεπικοινωνίες-ΜΜΕ

 

- Ταχυδρομεία

Η διακίνηση του ταχυδρομείου ήταν μέχρι το 1970 έργο μιας κρατικής υπηρεσίας, που υπαγόταν απευθείας στο υπουργείο Συγκοινωνιών, κατόπιν όμως αυτή συγκροτήθηκε σε έναν ανεξάρτητο κρατικό οργανισμό, που λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρεία, με την ονομασία ΕΛΤΑ (Ελληνικά Ταχυδρομεία). Κύρια εργασία τους είναι η παραλαβή, διαλογή και επίδοση ταχυδρομικών αντικειμένων (επιστολών, δεμάτων και εντύπων), προσφέρουν όμως και άλλες υπηρεσίες, όπως η έκδοση και πληρωμή επιταγών, πληρωμή μισθών και συντάξεων κ.λ.π.

 

Ο αριθμός των μικρών ταχυδρομικών αντικειμένων που διακινούνται ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες εκατομμυρίων το χρόνο, ενώ της τάξης των εκατομμυρίων είναι ο αριθμός των δεμάτων και των επιταγών.

 

Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία διαθέτουν ιδιαίτερη υπηρεσία για την πώληση γραμματοσήμων στους συλλέκτες, η οποία πραγματοποιεί σημαντικά έσοδα.

 

- Τηλεπικοινωνίες

Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες και η μετάδοση τηλεγραφημάτων είναι έργο του ΟΤΕ (Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας), που λειτουργεί, με την ονομασία αυτή, ως ανεξάρτητος κρατικός οργανισμός από το 1949. Το τηλεφωνικό δίκτυο και γενικά οι τεχνικές εγκαταστάσεις του (πραγματοποιεί, μεταξύ των άλλων, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές αναμεταδόσεις) επεκτάθηκαν ταχύτατα και σήμερα εξυπηρετούν το σύνολο σχεδόν της χώρας.

 

Η γρήγορη αυτή ανάπτυξη δε συμβαδίζει πάντοτε με την τεχνική αρτιότητα και η κακή συντήρηση ή τοποθέτηση των γραμμών, καθώς και η υπερφόρτωση του δικτύου προκαλούν συχνές ανωμαλίες στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις. Ο ΟΤΕ απασχολεί προσωπικό 26.349 ατόμων (1993), από τα οποία 15.711 είναι τεχνικοί. Ο αριθμός των εργαζομένων, από το 1988 μέχρι και το 1993, μειώθηκε κατά 3.978 άτομα, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Παράλληλα επέρχεται και τεχνική βελτίωση, με την εισαγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας.

 

Η εγκαταστημένη χωρητικότητα (σε αριθμό παροχών) των αυτόματων τηλεφωνικών κέντρων υπερδιπλασιάστηκε, από το 1980, φτάνοντας τον αριθμό των 4.436.000 το 1991 και των 6.034.000 το 1997. Ο αριθμός παροχών των αυτόματων τηλετυπικών κέντρων το 1997 ήταν 24.880.000.

 

Ο αριθμός των συνδέσεων είναι 4.744.000, από τις οποίες 2.014.000 βρίσκονται στην Περιφέρεια της Πρωτεύουσας. Ο αριθμός των τηλεφώνων σε ολόκληρη τη χώρα είναι (1993) 5.571.293, με μια αναλογία 53 περίπου τηλεφώνων ανά 100 κατοίκους, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των προηγμένων τηλεπικοινωνιακά χωρών. Το 1996 η αναλογία αυξήθηκε σε 61,7 τηλέφωνα ανά 100 κατοίκους.

 

Οι ετήσιοι ισολογισμοί του ΟΤΕ παρουσιάζουν σημαντικά ετήσια καθαρά έσοδα, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια. Το 1993 τα έσοδα ανήλθαν σε 400,5 δισεκατομμύρια δραχμές και τα καθαρά έσοδα, μετά την αφαίρεση των δαπανών, σε 129,5 δισεκατομμύρια δραχμές. Εκτός από τα τηλεφωνήματα, ο ΟΤΕ μεταδίδει κάθε χρόνο εκατομμύρια τηλεγραφημάτων (1.336.000 τηλεγραφήματα το 1995) και πραγματοποιεί ακόμη μεγαλύτερο αριθμό ανταποκρίσεων telex (88.730.000 τιμολογιακές μονάδες το 1995). Επίσης εξασφαλίζει τη ραδιοεπικοινωνία με τα πλοία.

 

Το 1996 ένα μικρό μέρος των μετοχών του πουλήθηκε σε ιδιώτες επενδυτές, μέσω του Χρηματιστηρίου, ως ένα βήμα μερικής ιδιωτικοποίησής του και για να εξασφαλιστούν τα κεφάλαια που χρειάζεται για την ανάπτυξή του.

 

Παράλληλα με τον ΟΤΕ, λειτουργεί και η ασύρματη "κινητή" τηλεφωνία, η οποία αναπτύχθηκε γρήγορα, με φορείς δύο ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες εξαγόρασαν από το κράτος το προνόμιο της εκμετάλλευσης, έναντι σημαντικού ετήσιου τιμήματος. Από το 1998 λειτουργεί και η COSMOTE, η αντίστοιχη υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας του ΟΤΕ.

 

Το κρατικό μονοπώλιο στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση έχει καταργηθεί από το 1987 και στη χώρα λειτουργούν σήμερα πολλοί ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί. Η ελευθερία του τύπου και η απαγόρευση της λογοκρισίας κατοχυρώνονται με ειδικές συνταγματικές διατάξεις. Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας ιδρύθηκε το 1945 και το 1970 μετονομάστηκε σε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης. Σήμερα περιλαμβάνει τόσο τους σταθμούς της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (ΕΡΑ) όσο και τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια της Ελληνικής Τηλεόρασης (ΕΤ). Σε ολόκληρη τη χώρα λειτουργούσαν το 1991 4.085.000 ραδιόφωνα (ένα ανά 2,5 κατοίκους) και 2.281.263 τηλεοράσεις (μία ανά 4,5 κατοίκους).

 


 

Εργασία-απασχόληση

 

Το εργατικό δυναμικό της χώρας ανερχόταν το 1997 σε 4.294.405 άτομα, από τα οποία τα 3.854.055 ήταν απασχολούμενοι και οι 440.350 άνεργοι. Από το 1992 και εξής το ποσοστό του εργατικού δυναμικού σε σχέση με το συνολικό αριθμό των κατοίκων της χώρας ηλικίας 14 ετών και άνω έχει σταθεροποιηθεί στο 48-49%.

 

Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία το ποσοστό της ανεργίας το 1997 ήταν 9,6%, ποσοστό ίδιο με του προηγούμενου έτους (1996). Τα ποσοστά των ανέργων κατά επίπεδο εκπαίδευσης κατά το έτος 1997 (σε παρένθεση το αντίστοιχο ποσοστό του 1993) ήταν 6,4% (6%) του εργατικού δυναμικού για τους άνεργους πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 14% (13,8%) του εργατικού δυναμικού για τους άνεργους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 10,1% (10,2%) για τους άνεργους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

 

Στο χρονικό διάστημα 1988-1997 η απασχόληση κατά τομείς δραστηριότητας παρουσιάζει την εξής εικόνα: Στον πρωτογενή τομέα ο αριθμός των εργαζομένων μειώθηκε από 26,6% το 1988 σε 21,9% το 1992 και 19,8% το 1997. Στο δευτερογενή τομέα κυμαίνεται μεταξύ 27-28% το χρονικό διάστημα 1988-92 και στη συνέχεια παρουσιάζει μείωση που φτάνει το 22,9% το 1996 και το 22,5% το 1997. Στον τριτογενή τομέα αυξάνεται από 46,2% το 1988 σε 54,5% το 1993 και 57,7% το 1997.

 

Η απασχόληση κατά θέση και επάγγελμα παρουσιάζει το 1997 την εξής εικόνα: Σε σύνολο απασχολούμενων 3.854.055 ατόμων, 274.800 ήταν αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό (ποσοστό 7%), 1.007.900 ήταν αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό (ποσοστό 26%), 2.111.500 ήταν μισθωτοί με μισθό ή ημερομίσθιο (ποσοστό 55%) και 459.900 ήταν βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση (ποσοστό 12%).

 

Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας παρουσιάζονται στις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας (14,5%), Στερεάς Ελλάδας (12,8%) και στο νομό Αττικής (12,1%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά παρουσιάζονται στα Ιόνια νησιά (6,4%), το Νότιο Αιγαίο (4,9%) και την Κρήτη (4,6%).

 

Η κατά φύλο ανεργία μειώθηκε για τις γυναίκες από 62,6% το 1996 σε 60,7% του συνόλου των εργαζομένων το 1997, ενώ για τους άνδρες αυξήθηκε από 37,4% το 1996 σε 39,3% το 1997. Η ανεργία μακράς διαρκείας (από 12 μήνες και πάνω) κατείχε τα υψηλότερα ποσοστά στο σύνολο των ανέργων και άγγιξε το 57,1%, ενώ το ποσοστό των "νέων" ανέργων ήταν 49,6% (1997).

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.