Η Αγροτική Παραγωγή στην Ελλάδα

Ελλάδα έχει συνολική έκταση 131.944.000 στρέμματα. Από αυτά τα 29,5% καλλιεργούνται, τα 41,7% είναι βοσκοτόπια και βουνά, τα 21,4% είναι δάση και θαμνότοποι, τα 2% καλύπτονται από νερά-ποτάμια, λίμνες και τέλματα και τα 5,4% ορεινές εκτάσεις.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο η αγροτική παραγωγή παρουσίασε σημαντική πρόοδο, γεγονός που οφείλεται σε δυο παράγοντες. Πρώτα στην επέκταση των καλλιεργειών σε καινούρια εδάφη (το 1938 καλλιεργούνταν 32 εκατομ. στρέμματα, το 1958 έγιναν 36,5 εκατομ. στρ. και το 1976 ξεπέρασαν τα 40 εκατομμύρια στρέμματα) - και δεύτερο στην αύξηση της παραγωγικότητας, που οφείλεται στην καλύτερη άροση, τη λίπανση, την επιλογή των ποικιλιών και στη βελτίωση των διαφόρων τύπων. Από τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις τα 75,8% είναι καλλιέργειες με άροτρο, τα 3,1% κηπευτικά, τα 6,7% αμπέλια, δεντροκαλλιέργειες και καπνός τα 14,4% Λέγοντας δε την αγροτική οικονομία εννοούμε τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τα δάση και την αλιεία.

 

Οι σημαντικότερες καλλιέργειες

Η κλιματική ποικιλία και το πολύμορφο ανάγλυφο, που παρουσιάζει η ελληνική γη, δίνουν την δυνατότητα να καλλιεργηθούν διάφορα είδη, από τα οποία τα σημαντικότερα είναι: Τα δημητριακά, ο καπνός, το βαμβάκι, τα ζαχαρότευτλα, και το ρύζι. Από τις δενδρώδεις καλλιέργειες είναι: τα εσπεριδοειδή, τα οπωροφόρα, η ελιά, και άλλα. Ακόμα καλλιεργούνται αμπέλια, λαχανικά κ.ά.

 

Δημητριακά

Δημητριακά. Κυρίως ενδιαφέρει το σιτάρι που είναι η περισσότερο διαδομένη καλλιέργεια σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας. Από παλιά η οικονομική μας πολιτική απέβλεπε στη σιτάρκεια, γιατί το σιτάρι και τα παράγωγά του και κυρίως το ψωμί, αποτελούν βασικό στοιχείο στη διατροφή του Έλληνα. Από συνολική καλλιεργούμενη επιφάνεια, 40 εκατομ. στρέμματα, η σιτοκαλλιέργεια φτάνει το 35% περίπου. Η στρεμματική απόδοση γίνεται όλο και μεγαλύτερη, χάρη στη χρησιμοποίηση βελτιωμένων ποικιλιών σιτόσπορου, στη χρήση λιπασμάτων και στη μηχανική καλλιέργεια. Η σημερινή παραγωγή σιταριού υπερκαλύπτει τις εσωτερικές μας ανάγκες. Η στρεμματική όμως απόδοση της ελληνικής γης σε σιτάρι παραμένει ακόμα χαμηλή, σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή ή την παγκόσμια στρεμματική απόδοση. Δύο βασικά είδη σιταριού καλλιεργούνται: το κοινό σιτάρι ή μαλακό, που χρησιμοποιείται κυρίως στην αρτοποιία και το σκληρό σιτάρι, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή ζυμαρικών, γλυκών κ.ά. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται 25 περίπου ποικιλίες σιταριού.

Εκτός από το σιτάρι καλλιεργούνται ακόμα, αραβόσιτος, για κτηνοτροφικές και βιομηχανικές ανάγκες, η παραγωγή του όμως δεν καλύπτει τις ανάγκες και γι' αυτό κάνουμε εισαγωγή από το εξωτερικό. Επίσης καλλιεργούνται κριθάρι, βρώμη, και σίκαλη. Το ρύζι ανήκει στις καινούργιες ελληνικές καλλιέργειες. Προπολεμικά η καλλιέργειά του ήταν περιορισμένη. Σήμερα η καλλιέργεια έχει επεκταθεί και η παραγωγή είναι σημαντική. Καλλιεργείται στο νομό Σερρών,Θεσσαλονίκης, Αιτωλοακαρνανίας, στη Θεσπρωτία, στη Φθιώτιδα, στη Μεσσηνία και αλλού. Με την ορυζοκαλλιέργεια μπορούν να αξιοποιηθούν βαλτώδη εδάφη, που αποστραγγίζονται δύσκολα.

Τα όσπρια καλλιεργούνται σε όλες τις γεωργικές περιοχές, ιδίως στις περιοχές σιτηρών. Παρόλο που, τελευταία, η παραγωγή τους έχει αυξηθεί και οι ποιότητες έχουν αρκετά βελτιωθεί, η ελληνική παραγωγή δεν καλύπτει τις εσωτερικές ανάγκες και κάνουμε εισαγωγή. Τα όσπρια έχουν μεγάλη θρεπτική αξία, γιατί είναι πλούσια σε υδατάνθρακες και σε αζωτούχες ουσίες.

Βιομηχανικά φυτά λέγονται τα φυτά που αποτελούν την πρώτη ύλη για μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους.

Ο καπνός, ήταν, παλιότερα, το κατεξοχήν ελληνικό προϊόν και κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών, με δεύτερο τη σταφίδα. Και σήμερα ο καπνός κατέχει εξέχουσα θέση στην ελληνική Οικονομία, τόσο για τα πολλά άτομα που απασχολεί, όσο και για το σημαντικό συνάλλαγμα, που μας εξασφαλίζει από τις εξαγωγές του. Υπολογίζεται ότι το 6% περίπου του ελληνικού πληθυσμού αποζεί απ' τον καπνό. Η καλλιέργειά του παρουσιάζει το πλεονέκτημα της μεγάλης απόδοσης σε μικρή καλλιεργούμενη επιφάνεια, της υψηλής τιμής και το ότι δε χρειάζεται ιδιαίτερα εύφορα εδάφη. Καταλαμβάνει το 1/10 της επιφάνειας, που καταλαμβάνουν οι σιτοκαλλιέργειες και αποδίδει 7 φορές περισσότερο από το σιτάρι. Η καλλιέργεια του καπνού είναι διεσπαρμένη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπου υπάρχουν ορισμένα κατάλληλα εδάφη με κυριότερα κέντρα τη Θράκη, τη Μακεδονία, την Αιτωλοακαρνανία, τη Φθιώτιδα και την Αργολίδα. Στις περιοχές αυτές υπάρχουν οι ιδανικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες για την ανάπτυξή του. Κάθε περιοχή δίνει ορισμένη ποιότητα καπνού. Η καπνοκαλλιέργεια γίνεται εντατικά και εποχικά, απορροφά δε τη δουλειά ολόκληρης της αγροτικής οικογένειας. Καλλιεργούνται περίπου 60 διαφορετικές ποικιλίες. Ο ελληνικός καπνός, που είναι εξαιρετικής ποιότητας, εξάγεται σε ποσοστό 80% και είναι περιζήτητος, γιατί συνδυάζει ευχάριστο άρωμα και χαμηλή περιεκτικότητα νικοτίνης. Η Ελλάδα εξάγει καπνό σε 40 και πάνω χώρες.

Το βαμβάκι, είναι, μετά τον καπνό, το δεύτερο σημαντικό γεωργικό προϊόν της χώρας μας. Η παραγωγή του διαρκώς ανέρχεται και η στρεμματική του απόδοση συνεχώς βελτιώνεται. Η καλλιέργεια του βαμβακιού γίνεται σε θερμές περιοχές και, κατά την ανάπτυξή του, χρειάζεται αρκετό νερό, κατά δε την περίοδο ωρίμανσης μεγάλη ξηρασία. Γι' αυτό καλλιεργείται σε καλά αρδευόμενες περιοχές με ηπειρωτικό κλίμα. Η ποιότητα του βαμβακιού καθορίζεται από τη λεπτότητα, τη στιλπνότητα, τη στερεότητα και το μήκος των ινών του. Δυσκολία παρουσιάζει το βαμβάκι στην περίοδο της συγκομιδής , από έλλειψη εργατικών χεριών. Κύριες περιοχές καλλιέργειας του βαμβακιού στην Ελλάδα είναι η Ανατολική Στερεά (περιοχή Κωπαΐδας) η Μακεδονία στις κοιλάδες του Στρυμόνα και του Αξιού και η Θεσσαλία.

Τελευταία η καλλιέργεια επεκτείνεται με γρήγορους ρυθμούς, λόγω της αυξανόμενης ζήτησής του στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Το βαμβάκι χρησιμοποιείται σαν πρώτη ύλη στην ντόπια κλωστοϋφαντουργία και καλύπτει και σε ένα βαθμό τις ανάγκες της σπορελαιουργίας, χρησιμοποιείται δε (ο βαμβακόσπορος) και στην κτηνοτροφία.

Για τις ανάγκες του μαζέματος εισάγονται βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές.

Τα ζαχαρότευτλα. Η καλλιέργειά τους εισήχθη στη χώρα μας μόλις πριν από το 1960 και αποδείχτηκε αμέσως ιδιαίτερα προσοδοφόρα. Αναπτύχθηκε με γρήγορο ρυθμό και συνδυάστηκε με την ίδρυση βιομηχανίας ζάχαρης το 1960. Πρωτοκαλλιεργήθηκαν στη Θεσσαλία και η προσπάθεια ήταν τόσο πετυχημένη, ώστε πολύ γρήγορα όχι μόνο καλύφτηκαν οι εσωτερικές ανάγκες σε ζάχαρη, αλλά γίνονται και εξαγωγές.

Η καλλιέργεια γίνεται σε καλά λιπασμένα και ποτιζόμενα χωράφια και κυρίως στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, Β. Ελλάδα, όπου έχουν ιδρυθεί και τα 5 κρατικά ζαχαρουργεία. Η τευτλοκαλλιέργεια έχει εκμηχανιστεί σε όλα της τα στάδια και η απόδοση και η ποιότητα είναι αρκετά ικανοποιητική.

Το εσπεριδοειδή. Ευδοκιμούν σε περιοχές με ήπιους χειμώνες και καλλιεργούνται σε καλά αρδευόμενες πεδιάδες. Τέτοιες περιοχές είναι οι προφυλαγμένες περιοχές από τους βόρειους χειμωνιάτικους και παγωμένους ανέμους. Μεγάλοι πορτοκαλεώνες είναι στον Αργολικό κάμπο, τη Νότια Πελοπόννησο, τη βόρεια Πελοποννησιακή παραλία, την Ηλεία, την Άρτα, τη Χίο, τη Ρόδο, στη Μαγνησία, την Τροιζήνα, την Εύβοια και την Κρήτη. Η καλλιέργειά τους γίνεται εντατικά και έχουν βελτιωθεί οι ποιότητες και καλλιεργούνται πολλές ποικιλίες. Η Ελλάδα έχει υπερπαραγωγή και καλή ποιότητα. Γίνεται εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων, ενώ αρκετές ποσότητες καταναλώνονται και στο εσωτερικό. Μεγάλες ποσότητες απορροφούνται από τις βιομηχανίες αναψυκτικών.

Τα οπωροφόρα. Εκτός απ' τα εσπεριδοειδή, πλατιά καλλιέργεια έχουν και τα οπωροφόρα δέντρα, όπως οι μηλιές, οι αχλαδιές, οι ροδακινιές, οι βερικοκιές κ.ά. Παλιότερα τα φρούτα και οι ξηροί καρποί όχι μόνο δεν επαρκούσαν για την εσωτερική κατανάλωση, αλλά, σε πολλές περιοχές, ήταν άγνωστα. Μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, η παραγωγή αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Πολλοί γεωργοί κατάργησαν άλλες καλλιέργειες, που δεν απόδιδαν κι έστρεψαν την προσοχή τους στη δενδροκαλλιέργεια. Μέσα σε λίγα χρόνια φυτεύτηκαν πολλές χιλιάδες μηλιές, ροδακινιές, αχλαδιές, βερικοκιές, και κερασιές στις εύφορες και ποταμόλουστες πεδιάδες της Δυτικής και της Κεντρικής Μακεδονίας και της Πελοποννήσου. Η φύτευση και καλλιέργεια έγινε με επιστημονική μέθοδο και οι αποδόσεις των δέντρων σε ποσότητα και ποιότητα ήταν ικανοποιητικές. Έτσι, πολλά και καλά φρούτα παράγονται σήμερα στις πεδιάδες της Έδεσσας, της Νάουσας και της Βέροιας, στο οροπέδιο της Φλώρινας, στο Πήλιο, στην Αρκαδία και σε πολλά άλλα μέρη.

Κάθε χρόνο εξάγονται με βαγόνια και αυτοκίνητα, που έχουν εγκατάσταση ψυγείων, όλο και περισσότερα από τα νοστιμότατα νωπά ελληνικά φρούτα, αρκετά καλής ποιότητας και συσκευασίας. Παράλληλα, άρχισε να αναπτύσσεται κι η βιομηχανία για την παρασκευή κομπόστας, μαρμελάδες, γλυκών και γενικά χυμών από φρούτα. Ακόμα παράγονται ξηροί καρποί, όπως καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια, κάστανα και άλλα, όχι όμως σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Σε ορισμένες περιφέρειες, όπως τη Μεσσηνία, τη Λακωνία και την Εύβοια, καλλιεργείται συστηματικά κι η συκιά. Ξερά σύκα κάνουμε εξαγωγή.

Η ελιά είναι από τις σημαντικότερες και τις κατεξοχήν ελληνικές καλλιέργειες. Τα ελληνικά παράλια, με το ήπιο μεσογειακό κλίμα, είναι καταλληλότατα για την καλλιέργεια της ελιάς. Από τη μυθολογική εποχή, το δέντρο αυτό είναι σοβαρός παράγοντας για τη συντήρηση του Ελληνικού λαού. Οι ελιές και το λάδι, είναι βασική τροφή, άριστη, υγιεινή και πολύ κατάλληλη για το κλίμα του τόπου μας. Η χώρα μας έρχεται τρίτη στον κόσμο σε αριθμό ελαιόδεντρων και σε παραγωγή λαδιού, μετά την Ισπανία και την Ιταλία. Μεγάλο μέρος από το παραγόμενο λάδι φεύγει για το εξωτερικό. Επίσης επίζηλη θέση κατέχουν στη διεθνή αγορά οι φημισμένες επιτραπέζιες ελιές της Καλαμάτας και της Άμφισσας. Μεγάλη ασθένεια της ελιάς είναι ο δάκος. Οι ζημιές που μπορεί να προκαλέσει στην ελαιοπαραγωγή, φτάνουν και το 30%. Γίνεται όμως η συστηματική καταπολέμησή του.

Η καλλιέργεια της ελιάς γίνεται και σε άγονα εδάφη.Θεωρείται δέντρο ιθαγενές στην Ελλάδα και αυτοφυές σε διάφορες παραμεσογειακές χώρες. Η ελιά είναι από τα πλέον μακρόβια φυτά (υπάρχει η ελιά του Πλάτωνα στην Αθήνα).

Κύριες ελαιοπαραγωγές περιοχές της Ελλάδας είναι: Σχεδόν ολόκληρη η Πελοπόννησος, η Μυτιλήνη, η Κέρκυρα, η Κρήτη, η περιοχή της Άμφισσας, ο νομός Φθιώτιδας, τα νησιά του Ιονίου, η Μαγνησία με το Πήλιο, η Εύβοια, η Αττική και γενικά, μπορούμε να πούμε ότι: σ' όλη την Ελλάδα η ελιά καλλιεργείται εκτός σε περιοχές που δεν αντέχει.

Άλλες ελληνικές καλλιέργειες είναι τα αμπελοειδή. Τα αμπέλια συνιστούν μια από τις σημαντικές καλλιέργειες γιατί απ' αυτά παράγονται τρία βασικά εξαγώγιμα προϊόντα:

  • η σταφίδα, με προνομιούχα θέση στην έξω αγορά,
  • τα εκλεκτά μας επιτραπέζια σταφύλια και
  • τα θαυμάσια ελληνικά κρασιά, μοσχάτα και μη και ιδίως η ξανθή ρετσίνα.

Η καλλιέργεια του αμπελιού γίνεται σε κάθε είδους εδάφη, εκτός από τα τελείως ξηρά, τα πολύ υγρά και τα αλμυρά. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται: Αμπέλια για νωπά σταφύλια (επιτραπέζια) που έχουν αρκετά καλή απόδοση και καλή ποιότητα. Γίνονται μεγάλες εξαγωγές. Το σταφιδάμπελο. Τα αμπέλια για σταφίδα, που έχουμε την Κορινθιακή ή τη μαύρη σταφίδα και τη σουλτανίνα - τη λευκή - ξανθιά σταφίδα. Στην Κορινθιακή σταφίδα η Ελλάδα κατέχει την πρώτη παγκόσμια θέση, ενώ στη σουλτανίνα κατέχει την τέταρτη θέση. Και τέλος, έχουμε και τα αμπέλια, που καλλιεργούνται για την παραγωγή κρασιού.

 

Πρώτη στην αμπελοκαλλιέργεια έρχεται η Πελοπόννησος, μετά η Στερεά Ελλάδα με την Εύβοια, η Κρήτη κλπ. Εκλεκτά επιτραπέζια σταφύλια και κρασί δίνουν οι αμπελώνες της Σάμου, των Ιονίων νησιών, του Ηράκλειου, της Ζίτσα στην Ήπειρο και του Τύρναβου στη Θεσσαλία.

Κηπευτικά. Σε όλα τα μέρη της Ελλάδας καλλιεργούνται διάφορα είδη λαχανικών, ντομάτες, πατάτες, πεπονοειδή κλπ. Μεγάλη παραγωγή έχουμε σε ντομάτες, που εξάγονται νωπές και κονσερβοποιημένες, ή και σαν ντοματοχυμός. Σε μεγάλες ποσότητες καλλιεργούνται και τα πεπόνια- καρπούζια. Κύριος τόπος παραγωγής ντομάτας είναι ηΘεσσαλία, η Εύβοια, η Κωπαϊδα, η Πελοπόννησος, η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα κ.ά.

Γενικά - Ειδικά προβλήματα

Η γεωργία είναι ένας ευαίσθητος τομέας της Οικονομίας. Είναι ο τομέας εκείνος της οικονομίας, που η απόδοσή του εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό, όχι από τον ίδιο τον καλλιεργητή, αλλά από παράγοντες ανεξάρτητους από αυτόν και που δεν μπορεί ο ίδιος να τους επηρεάσει. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι καιρικές συνθήκες. Όχι μόνον ειδικά στην Ελλάδα, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα, ο αγρότης στέκεται αδύναμος απέναντι στις απρόβλεπτες μεταβολές του καιρού. Δεν μπορεί να αντιδράσει και να προφυλάξει την παραγωγή του από τον παγετό που έρχεται ξαφνικά και, μέσα σε μια νύχτα, φέρνει ολοσχερή καταστροφή. Δεν μπορεί να αποτρέψει το χαλάζι, μια καταρρακτώδη βροχή, που έρχεται σε ακατάλληλη ώρα, σε μια πλημμύρα ή σε μια παρατεταμένη ξηρασία, σε ένα λίβα, που, όπως λένε οι παλιοί γεωργοί, "σου παίρνει τη σοδειά μέσα από το αμπάρι". Έτσι, λοιπόν, η παραγωγή του αγρότη και η ευτυχία του, εξαρτιόνται, σε μεγάλο βαθμό, από τις διάφορες καιρικές συνθήκες, που ο ίδιος είναι ανήμπορος να τις αποτρέψει.

Μια άλλη αδύνατη πλευρά της γεωργικής παραγωγής, είναι η άμεση διακίνηση των προϊόντων. Των προϊόντων εκείνων, που η αργοπορία τους να φτάσουν στην αγορά, τα καταστρέφει. Τα νωπά γεωργικά προϊόντα είναι είδη ευπαθή και γι' αυτό πρέπει να διακινούνται γρήγορα προς τους τόπους κατανάλωσης. Η διατήρησή τους είναι δύσκολη για πολύ καιρό, μέρες, ή και ώρες και έτσι η ιδιομορφία αυτή, μερικές φορές, δημιουργεί δυσάρεστες καταστάσεις για τους παραγωγούς και μεγάλες ποσότητες "ευπαθών" προϊόντων καταστρέφονται.

Ειδικά προβλήματα

Παρά την αναμφισβήτητη πρόοδο, που έχει κάνει η ελληνική γεωργία, η παραγωγικότητά της όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική, σύμφωνα με τα διεθνή κριτήρια. Ακόμα παρουσιάζει αδυναμίες η ελληνική γεωργία σε ορισμένους τομείς, που τέτοια είναι η διάρθρωση της, η ολοκλήρωση της εκμηχάνισης, η επέκταση της άρδευσης κλπ. Όλα αυτά, τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζονται μεμονωμένα και η επιτυχία τους είναι δύσκολη. Ενώ εκεί όπου οι αδυναμίες αντιμετωπίζονται και σε συνδυασμό με τη συμπαράσταση της Πολιτείας, η επιτυχία είναι περισσότερο σίγουρη.

Μια άλλη αδυναμία της ελληνικής γεωργίας είναι το μικρό μέγεθος του γεωργικού κλήρου. Ο κλήρος του Έλληνα αγρότη είναι μικρός και διάσπαρτος και ως εκ τούτου μη βιώσιμος. Αυτό οφείλεται σε παραδοσιακές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας, στο κληρονομικό δίκαιο κλπ. Τα έτη 1907-1917 διανεμήθηκαν στους ακτήμονες της Θεσσαλίας 2 εκατομμύρια στρέμματα και σε συνέχεια, με αναγκαστική απαλλοτρίωση μεγάλων κτημάτων, διανεμήθηκαν άλλα 15,5 εκατομ. στρέμματα σε 450 χιλιάδες οικογένειες. Η σύγχρονη γεωργική τεχνολογία όμως απαιτεί μεγάλες εκτάσεις. Υπάρχει και το ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ορεινή και της λείπουν οι μεγάλες και κατάλληλες για εντατική καλλιέργεια εκτάσεις. Πολλές φορές στα ορεινά μέρη, όπου οι κλίσεις του εδάφους είναι μεγάλες, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών δημιουργούν στις πλαγιές τεχνητές αναβαθμίδες (τις λεγόμενες πεζούλες) για να συγκρατήσουν το λιγοστό χώμα.

Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται με απόδοση στους καλλιεργητές σημαντικών εκτάσεων, που μετατράπηκαν σε καλλιεργήσιμη γη από έλη και λίμνες. Τα μεγάλα αποστραγγιστικά έργα, που έχουν γίνει στην Κωπαΐδα, την Κάρλα, την Αγουλινίτσα, το Λεσίνι, τα Γιαννιτσά και αλλού. Σήμερα οι νέες αυτές εκτάσεις αποδίδουν τεράστια παραγωγή.

Η άλλη αδύνατη πλευρά του γεωργικού κλήρου, ο πολυτεμαχισμός και η διασπορά μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον αναδασμό και με άλλα νομοθετικά μέτρα. Αναδασμός είναι η αντικατάσταση της πολυτεμαχισμένης και διάσπαρτης αγροτικής ιδιοκτησίας με ένα, κατά το δυνατό ενιαίο και συνεχές κομμάτι γης, ίσης περίπου αξίας. Έτσι, σε ένα μεγάλο και ενιαίο αγρόκτημα, η καλλιέργεια γίνεται πιο εύκολα και πιο συστηματικά, η δε απόδοση είναι μεγαλύτερη. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν μερικές δυσκολίες που προκύπτουν κυρίως από μια στενή παραδοσιακή αντίληψη ορισμένων αγροτών για την ατομική ιδιοκτησία και την πατρική κληρονομιά, το πρόγραμμα του αναδασμού κατακτά συνεχώς έδαφος και όπου έχει εφαρμοστεί απέδωσε θετικά αποτελέσματα. Ο αναδασμός όμως είναι εθνική ανάγκη και θα πρέπει να ολοκληρωθεί.

Η σύνθεση του ελληνικού αγροτικού πληθυσμού, ιδιαίτερα όπως παρουσιάζεται σήμερα από πλευράς ηλικίας, είναι δυσμενής. Πολλοί παράγοντες επέδρασαν σε αυτή τη διαμόρφωση του αγροτικού πληθυσμού. Η μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο, γιατί οδηγεί τα νέα παιδιά μακριά από τα χωριά τους, τους σπρώχνει στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες. Οι νέοι φεύγουν και παραμένουν τα μεγάλης ηλικίας άτομα. Τα υπερήλικα αυτά άτομα από τη μια μεριά, δεν μπορούν να καλλιεργήσουν εντατικά την γη και από την άλλη είναι προσκολλημένα στις παλιές παραδόσεις, στις απαρχαιωμένες μεθόδους καλλιέργειας και στο συντηρητισμό. Όλα αυτά παίζουν ανασταλτικό ρόλο για την παραπέρα βελτίωση και αύξηση της γεωργικής παραγωγής.

Ακόμα και σήμερα η γεωργική εκμετάλλευση στη χώρα μας γίνεται πάνω στην πατροπαράδοτη εκμετάλλευση της οικογενειακής βάσης, η οποία, στα ανεπτυγμένα κράτη, έχει αντικατασταθεί από τη συνεταιριστική εκμετάλλευση. Η στενή οικογενειακή εκμετάλλευση της γης δεν μπορεί να συναγωνιστεί τη μεγάλη, τη συνεταιριστική καλλιέργεια. Γι' αυτό και η ελληνική γεωργία, που έχει διαπιστώσει τα πλεονεκτήματα της συνεταιριστικής καλλιέργειας, κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Αρωγός και συμπαραστάτης στέκεται και η Πολιτεία, που έχει δώσει το δικαίωμα στους συνεταιρισμούς να διακινούν και να εμπορεύονται οι ίδιοι τα εμπορεύματά τους. Η ανάπτυξη της συνεταιριστικής κίνησης θα έχει πολλές θετικές επιπτώσεις στην προστασία του αγροτικού εισοδήματος, στην εκπαίδευση των αγροτών και στην ποιοτική βελτίωση των προϊόντων. Σήμερα έχουν δημιουργηθεί πάρα πολλοί συνεταιρισμοί, που διακινούν μόνοι τους τα προϊόντα τους, ιδιαίτερα τα οπωροκηπευτικά, δίνοντας ικανοποιητικές τιμές στα προϊόντα και καλές αποδοχές στους παραγωγούς, μιας και φεύγει από τη μέση ο έμπορος, που κέρδιζε (χωρίς κόπο) τα περισσότερα.

Επαγγελματική εκπαίδευση των αγροτών

Για να εφαρμοστεί μια σωστή ανώτερη και σύμφωνη με την τεχνολογική εξέλιξη γεωργική πολιτική, θα πρέπει και οι αγρότες να έχουν τον αντίστοιχο επιστημονικό εξοπλισμό. Αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, για πολλούς λόγους. Το μορφωτικό επίπεδο των αγροτών μας δεν είναι και πολύ ανεβασμένο. Οι νέες γενιές, όμως, των αγροτών πρέπει να αποκτούν συνέχεια όλο και περισσότερες γνώσεις. Γι' αυτό, η σωστή και υπεύθυνη επαγγελματική εκπαίδευση των αγροτοπαίδων, έχει πολύ μεγάλη σημασία. Οι νέοι αγρότες, πρέπει να είναι σε θέση να αφομοιώνουν τη νέα τεχνολογία, να χειρίζονται εύκολα τα γεωργικά μηχανήματα και να γνωρίζουν τη χρήση των διαφόρων φυτοφαρμάκων, ζιζανιοκτόνων, γιατί και πολλά είναι και επικίνδυνα. Η δημιουργία, η ίδρυση σχετικών σχολών θα βοηθήσει αφάνταστα τους αγρότες μας.

Από την κρατική πλευρά, η Πολιτεία προγραμματίζει και ενισχύει τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας. Γίνονται μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα και αξιοποιούνται μεγάλες εκτάσεις. Ακόμα οι αλλαγές των καλλιεργειών, η χρηματοδότηση και ενίσχυση, φανερώνουν ότι η Πολιτεία στέκει συμπαραστάτης και αρωγός στις γενικότερες προσπάθειες για τη βελτίωση, εκσυγχρονισμό και προσαρμογή της ελληνικής γεωργίας. Μπορούμε να πούμε ότι σήμερα η ελληνική γεωργία βρίσκεται σε πολύ καλή εξέλιξη από ποσότητα, ποιότητα και συγχρονισμό.

Εκμηχάνιση

Εκμηχάνιση-εκσυγχρονισμός

Τα γεωργικά μηχανήματα και η χρησιμοποίησή τους από τους αγρότες έχουν φέρει πραγματική επανάσταση στο χώρο της γεωργίας. Ο μηχανικός εξοπλισμός της γεωργίας ενισχύθηκε σημαντικά μετά το 1948. Όλο και περισσότερα τρακτέρ, σπαρτικές μηχανές, θεριζοαλωνιστικά συγκροτήματα και άλλα, εκτοπίζουν τα παραδοσιακά συστήματα καλλιέργειας. Οι μηχανές βοηθούν τους αγρότες να κάνουν περισσότερη δουλειά και με λιγότερο κόπο. Πολλαπλή είναι η χρησιμοποίηση των μηχανών στη γεωργία. Απλουστεύτηκε η δουλειά και συντόμευσε ο χρόνος απασχόλησης. Ο γεωργός σήμερα ζει κάτω από ευνοϊκότερες συνθήκες και δεν τον δέρνει το λιοπύρι το καλοκαίρι για το θερισμό και το ξεροβόρι το χειμώνα για τη σπορά. Στη γεωργία σήμερα γίνεται πλατιά χρήση των μηχανικών μέσων. Έχει γίνει η λεγόμενη εκμηχάνιση της γεωργίας. Φυσικά μπορεί να μην έχει ολοκληρωθεί, μπορούμε όμως να πούμε με σιγουριά ότι έχει επικρατήσει παντού.

Όσο περνούν τα χρόνια, όπως όλη η ζωή εκσυγχρονίζεται και προσαρμόζεται στις καινούριες (πιο καλές και αποδοτικές συνθήκες) έτσι και ο τομέας της γεωργίας δεν υστέρησε στην προσαρμογή. Σιγά-σιγά η γεωργία ξεφεύγει από την παραδοσιακή καλλιέργεια και περνάει στη σύγχρονη, την επιστημονική. Οι αγρότες μας δε μένουν στο τι έχουν μάθει από τους πατεράδες τους ή τους άλλους, αλλά σήμερα συμβουλεύονται τους γεωπόνους και, καθοδηγούμενοι κατάλληλα, είναι σε θέση να ξέρουν ποια καλλιέργεια έχει την καλύτερη απόδοση. Η Αγροτική Τράπεζα προμηθεύει σήμερα τους αγρότες διάφορες ποικιλίες σιτηρών, που, ίσαμε τώρα, ήταν άγνωστες. Ακόμα οι αγρότες καλλιεργούν διάφορες βελτιωμένες φυτικές ποικιλίες πιο αποδοτικές, αλλά και πιο ανθεκτικές στις ιδιόμορφες καιρικές συνθήκες. Κανένας αγρότης δε μένει απαθής στην επιστήμη και χρησιμοποιεί πλατιά τα φυτοφάρμακα για την καταπολέμηση των διαφόρων ασθενειών και παρασίτων. Οι ασθένειες, που, παλιότερα, κατάστρεφαν μεγάλες εκτάσεις καλλιεργειών, σήμερα, προλαβαίνονται με την έγκαιρη επέμβαση και την καταπολέμησή τους. Αεροψεκασμοί και ραντίσματα με δραστικά φυτοφάρμακα, έχουν εξαλείψει ορισμένες ασθένειες, που, παλιότερα, ήταν μάστιγα στην αγροτική παραγωγή.

Ποιότητα Εδάφους

Η περιορισμένη έκταση της ελληνικής γης και η προσπάθεια αύξησης της γεωργικής παραγωγής, ως και η μακροχρόνια εντατική καλλιέργεια, εξαντλούν τα εδάφη και τα κάνουν συνεχώς φτωχότερα. Ακόμα πολλά άλλοτε ημικατάλληλα εδάφη, επειδή δεν πάρθηκαν τα κατάλληλα μέτρα για τη συντήρησή τους και τη διατήρηση της ευφορίας τους, γίνονται φτωχά, εξαντλημένα και αποπλυμένα και η απόδοσή τους μειώνεται. Εκτός από την έλλειψη οργανικών ουσιών (το χούμο) συμβαίνει να λείπει συχνά από τα χωράφια τελείως, το άζωτο και το φωσφορικό οξύ από τα ανόργανα στοιχεία. Οι ελλείψεις αυτές επιβάλλουν, συστηματική χημική λίπανση των αγρών ακόμα και εφαρμογή συστημάτων αμειψισποράς, για να διατηρηθεί και να βελτιωθεί η απόδοσή τους. Ακόμα, το επικλινές πολλών εδαφών και η δημιουργία χαραδρών και χειμάρρων έχουν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση μεγάλων ζημιών, με τη μορφή διάβρωσης, απόπλυσης και παράσυρσης των εδαφών. Στις περιπτώσεις αυτές ο εκσυγχρονισμός εκδηλώνεται με τη χρήση των κατάλληλων λιπασμάτων και την κατασκευή διαφόρων υδραυλικών έργων.Οι χημικές ουσίες εμπλουτίζουν το έδαφος, βελτιώνουν την ποιότητά του και συντελούν στην αύξηση της παραγωγής. Η ελληνική γεωργία απορροφά κυρίως αζωτούχα και φωσφορικά λιπάσματα. Οι ανάγκες της γεωργίας μας σε τέτοια λιπάσματα καλύπτονται από τέσσερις εγχώριες βιομηχανικές επιχειρήσεις.

Θερμοκήπια

Τα θερμοκήπια αποτελούν και αυτά έναν άλλο τομέα παρέμβασης του ανθρώπου στη διαμόρφωση του κλιματικού παράγοντα. Στην περίπτωση των θερμοκηπίων, δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να διαμορφώνουμε τεχνητές κλιματικές συνθήκες σε ένα περιορισμένο χώρο, τέτοιες που να παίρνουμε προϊόντα (και ιδίως κηπευτικά) πριν και μετά την κανονική τους εποχή. Όπως θα έχουμε παρατηρήσει, σήμερα στα μανάβικα μπορεί να βρει κανείς το χειμώνα καλοκαιρινά προϊόντα, π.χ. ντομάτες, μελιτζάνες, φασολάκια πολύ πριν από την εποχή τους, πεπόνια και τόσα άλλα. Η αγορά σήμερα, με τα θερμοκήπια, δε στερείται, σε όλες τις εποχές, τα ποικίλα προϊόντα. Θερμοκήπια υπάρχουν πολλά στην Κρήτη, την Πελοπόννησο, τη Στερεά, την Πρέβεζα και αλλού. Και στην Αττική υπάρχουν αρκετά και μάλιστα ορισμένα είναι θερμοκήπια ειδικά για λουλούδια.

Βλέπουμε λοιπόν πως στην ουσία ο εκσυγχρονισμός δεν αναφέρεται σε αυτόν καθ' αυτόν τον παράγοντα κλίμα, αλλά στο ότι η τεχνολογία και η επιστήμη έρχονται να υποκαταστήσουν, μέχρι ενός σημείου, κάποια από τις ευεργετικές του επιδράσεις, όπως είναι η προσφορά νερού με τεχνικά έργα ή ακόμα και να διαμορφώσουν ένα τεχνητό κλίμα, όπως έχουμε με την περίπτωση των θερμοκηπίων, προς όφελος του παραγωγού. Έτσι, η επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα, με τη δημιουργία ανάλογων συνθηκών αλλάζει ή και πλουτίζει, αυξάνει την παραγωγή.

Είδη Παραγωγής

Πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής παραγωγή

Τα προϊόντα της γης, δηλαδή τα γεωργικά προϊόντα, τα κτηνοτροφικά, τα δασικά, τα αλιευτικά και ο ορυκτός πλούτος, εφόσον δεν έχουν υποστεί δευτερογενή επεξεργασία από τον άνθρωπο, χαρακτηρίζονται με τον όρο πρωτογενής παραγωγή. Όταν όμως τα προϊόντα αυτά έχουν υποστεί μεταποίηση μιλάμε για δευτερογενή παράγωγή. Τέλος, σαν τριτογενής παραγωγή, καθορίζεται η κάθε μορφής παροχή υπηρεσιών από τον άνθρωπο, όπως π.χ. το εμπόριο, οι μεταφορές, η ναυτιλία και άλλα. Το σύνολο της πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς παραγωγής μιας χώρας αποτελεί την εθνική παραγωγή της.Ο σημαντικότερος τομέας της ελληνικής οικονομίας, από απόψεως απασχόλησης, είναι ο αγροτικός, δεδομένου ότι απασχολεί το 35,5% του ενεργού πληθυσμού της χώρας. Από άποψη όμως συμβολής στο εθνικό εισόδημα έρχεται σε τρίτη μοίρα, εφόσον δίνει το 16,8%, έναντι 31,8% της βιομηχανίας και 51,4% των υπηρεσιών. Το γεγονός όμως ότι η γεωργία έπαψε τα τελευταία χρόνια να είναι ο σημαντικότερος τομέας της ελληνικής οικονομίας, δε σημαίνει ότι έπαψε να είναι σημαντική και ότι παραμελήθηκε. Εξακολουθεί να παίζει ρόλο πρωταρχικής σημασίας, γιατί η διατροφή μας στηρίζεται πάντα στα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Πριν από το Β' Παγκόσμιο πόλεμο το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού ασχολιόταν με τη γεωργία, όσο περνούν όμως τα χρόνια τόσο και λιγότερος πληθυσμός ασχολείται αποκλειστικά με τη γεωργία. Το 1961 το ποσοστό του πληθυσμού, που ασχολούνταν με τη γεωργία, έφτανε στα 53%. Μετά από δέκα χρόνια, δηλαδή το 1971, το ποσοστό κατέβηκε στα 35 και σήμερα το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί ακόμα περισσότερο. Η παραγωγικότητα όμως της ελληνικής γεωργίας όχι μόνο δε μειώνεται, αλλά, χρόνο με το χρόνο, αυξάνει. Πώς εξηγείται όμως αυτή η φαινομενική αντίφαση, που υπάρχει, δηλαδή να δουλεύουν τη γη όλο και πιο λίγοι άνθρωποι και να παράγουν όλο και περισσότερα; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και το τρίτο βασικό στοιχείο της εικόνας, που παρουσιάζει η σημερινή ελληνική γεωργία και που είναι το σπουδαίο στοιχείο του εκσυγχρονισμού της γεωργίας. Η απόδοση της γεωργικής καλλιέργειας, σε γενικές γραμμές, εξαρτάται από τους εξής παράγοντες: Το κλίμα, την ποιότητα του εδάφους, τα μηχανικά μέσα, που χρησιμοποιεί ο αγρότης και τις μορφές και μεθόδους καλλιέργειας, που εφαρμόζουμε σε κάθε περίπτωση.Το κλίμα κάθε περιοχής είναι δεδομένο και σταθερό. Το δικό μας κλίμα, γενικά, είναι ένα μεσογειακό κλίμα, έχει όμως μεγάλες διαφορές από περιφέρεια σε περιφέρεια και οι κλιματικές αυτές διαφορές επιτρέπουν μια ποικιλία καλλιεργειών. Εμείς έχουμε ένα θερμό και ξηρό καλοκαίρι έτσι που, πολλές φορές, συμβαίνει να μη βρέξει για 4 έως 5 μήνες, από το Μάη ίσαμε το Σεπτέμβρη. Και οι βροχές, που πέφτουν το φθινόπωρο και το χειμώνα, είναι συνήθως ραγδαίες και διαρκούν λίγο. Έτσι το έδαφος δεν προλαβαίνει να απορροφήσει το νερό, να "χορτάσει" και να έχει αποθέματα. Γι' αυτό, οι καλλιέργειες προσαρμόζονται με το κλίμα κάθε περιοχής ή και η επιστήμη, οι γεωπόνοι και άλλοι, δημιουργούν καινούριες ποικιλίες, που αντέχουν σε διαφορετικό κλίμα. Ένα λοιπόν από τα σοβαρότερα προβλήματα, που αντιμετωπίζει η γεωργία, είναι το πρόβλημα του νερού, και αυτό γιατί οι περισσότερες καλλιέργειες, για να αποδώσουν, έχουν άμεση ανάγκη από πότισμα. Προπολεμικά, τα χωράφια που ποτίζονταν, ήταν περιορισμένα. Οι αγρότες περιορίζονταν στις καλλιέργειες που χόρταιναν με το "εξ ουρανού νεράκι του Θεού". Μετά τον πόλεμο όμως άλλαξαν τα πράγματα. Στη γεωργία μπήκε και η σύγχρονη τεχνική και βοήθησε και η επιστήμη σε όλες τις πλευρές της αγροτικής παραγωγής. Με τη βοήθεια λοιπόν της γεωλογίας και της τεχνολογίας, αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται συνέχεια, όχι μόνο τα επιφανειακά νερά, που, στις περισσότερες περιπτώσεις, διέσχιζαν τους κάμπους και χύνονταν στις θάλασσες, αλλά και τα πλούσια υπόγεια νερά, που κρύβονταν όχι και σε μεγάλο βάθος, βγήκαν στην επιφάνεια και έκαναν "παράδεισους" πολλές πρώην άγονες εκτάσεις. Σήμερα γίνονται συστηματικές έρευνες και εντοπίζονται τα υπόγεια νερά, ύστερα γίνονται στις κατάλληλες θέσεις γεωτρήσεις. Με αντλητικά συγκροτήματα ή με αρτεσιανά, το νερό βγαίνει στην επιφάνεια και από εκεί, με διάφορα αρδευτικά έργα, διοχετεύεται στα αγροκτήματα. Περνώντας σήμερα από διάφορες πρώην άνυδρες περιοχές, θα δούμε πολλές γεωτρήσεις (πηγάδες, αρτεσιανά) που, με το σύστημα της τεχνητής βροχής, να έχουν γίνει γόνιμες και αποδοτικές σε μεγάλο βαθμό. Η εκμετάλλευση των επιφανειακών νερών, από ποτάμια και λίμνες, γίνεται με κατάλληλα αρδευτικά έργα, με φράγματα και κανάλια. Έτσι και τα νερά των ποταμών, που άλλοτε χύνονταν στις θάλασσες τώρα (φυσικά όχι όλα) γονιμοποιούν πολλές εκτάσεις. Παρά όμως την κατασκευή καινούργιων φραγμάτων και αρδευτικών συστημάτων με τη μετατροπή ορισμένων λιμνών σε αποθήκες νερού, οι γονιμοποιούμενες εκτάσεις παραμένουν σχετικά μικρές και τα πολυτιμότατα νερά των ποταμιών, το πραγματικό αίμα της "καμένης γης", χύνονται στη θάλασσα σαν άχρηστα. Η Ελλάδα (τα χωράφια της) έχει μεγάλη ανάγκη από ύδρευση. Μεγάλη χρήση και εκμετάλλευση των υπόγειων και επιφανειακών νερών έχει γίνει στην πεδιάδα της Κωπαΐδας, για τη βαμβακοκαλλιέργεια. Οι εγκαταστάσεις τεχνητής βροχής έχουν σχεδόν γενικευτεί. Στον Αργολικό κόλπο, η έλλειψη νερού οδήγησε στη δέσμευση των υποθαλάσσιων πηγών του Κυβερίου Αργολίδας, με την κατασκευή φράγματος μέσα στη θάλασσα και την εκμετάλλευση των χαμένων νερών.

 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.