Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα

 

 

 

Αρχαία Ελληνική Αρχιτεκτονική

Αρχαία Ελληνική Αρχιτεκτονική

Αρχιτέκτονες

 

Το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής ανάγεται στην αρχαϊκή εποχή (800-480π.Χ) και στην κλασική εποχή (479-323π.Χ), κατά την οποία σημειώθηκαν τα υψηλά επιτεύγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής αποτελεί

 

Η δημοκρατική Αθήνα και αντιπροσωπευτικά δείγματα της κλασικής αρχιτεκτονικής είναι τα μνημεία της Ακρόπολης των Αθηνών, όπως και η τέχνη της αρχαϊκής περιόδου, η οποία είναι αυτή που ακολουθεί τους γεωμετρικούς χρόνους και χαρακτηρίζεται ως «ανατολίζουσα», επειδή άφθονα στοιχεία από την τέχνη των λαών της ανατολής την επηρεάζουν. Έργα της αρχαϊκής τέχνης έχουμε από το 625 έως το 480π.Χ . Ο μεγαλύτερος αριθμός αρχιτεκτονικών κατασκευών είναι ναοί οι οποίοι τα αρχαϊκά χρόνια ήταν στην αρχή με ξύλινο σκελετό και στη συνέχεια αρχίζουν να χτίζονται από πέτρα και ειδικά από μάρμαρο.

 

Οι πιο σημαντικοί από τους αρχιτέκτονες της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου είναι ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης, ο Απολλόδωρος ο Δαμασκηνός, ο Ανδρόνικος ο Κυρρήστης, ο Δημοκόπος ο Μύριλλος, ο Αρισταίνετος, ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος και ο Ερμογένης.

 

Με βάση τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία, ο Καλλικράτης μαζί με τον Ικτίνο ήταν οι δύο περίφημοι αρχιτέκτονες του δεύτερου μισού του 5ου π. Χ. αιώνα, του «χρυσού αιώνα του Περικλή». Οι ναοί και τα έργα που κατασκεύασαν ήταν μεγάλα σε σημασία και τελειότητα.

 

Ο Καλλικράτης, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συνεργάστηκε με τον Ικτίνο για την ανέγερση του Παρθενώνα, του σπουδαιότερου αρχαιοελληνικού ναού. Ακόμα, εργάστηκε μεταξύ των ετών 460 και 450 π. Χ. στην ανέγερση των Μακρών Τειχών και επίσης τού αποδίδονται και άλλα μεγάλα έργα της αρχαίας Αθήνας όπως η επιδιόρθωση τμήματος των περιφερειακών τειχών της πόλης, η ανοικοδόμηση ναού αφιερωμένου στην Άπτερο Αθηνά Νίκη στην Ακρόπολη και ίσως του Ερεχθείου.

 

Ο Ικτίνος υπήρξε σύγχρονος και στενός φίλος του μεγάλου γλύπτη Φειδία. Εκτός από την κατασκευή του Παρθενώνα, στον Ικτίνο αποδίδονται η κατασκευή του ναού του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες της Πελοποννήσου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας και του Τελεστηρίου της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Ακόμα, σύμφωνα με τον Βιτρούβιο, ο Ικτίνος συνέγραψε μαζί με τον Κάρπιο την τεχνική μελέτη «για τον Δωρικό ναό της Αθηνάς στην Αθήνα».

 

Οι δύο αρχιτέκτονες - και ειδικά ο Ικτίνος – κατείχαν πολύ ειδικές γνώσεις που την εποχή εκείνη διδάσκονταν μόνο στις Σχολές Μυστηρίων. Έτσι, πιστεύεται ότι ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης μπορεί να έλαβαν αυτές τις ιδιαίτερες γνώσεις μαθηματικών, αστρονομίας και της σφαιρικότητας της γης από τον θεσμό των Μυστηρίων, στον οποίο πρέπει να είχαν μαθητεύσει . Δηλαδή , είναι πολύ πιθανό να είχαν μυηθεί στα Μυστήρια της Αιγύπτου, της Ελλάδας ή σε άλλα, και μετά να εφάρμοσαν αυτές τις μυστικές, μυητικές, αρχαίες γνώσεις στην κατασκευή των ναών τους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι ναοί που κατασκεύασαν είναι φτιαγμένοι σαν μια μικροσκοπική εικόνα του τέλειου σύμπαντος. Με τον ίδιο τρόπο ο πολιτισμός της Αιγύπτου ήταν η γήινη εικόνα της ουράνιας Αιγύπτου, ενώνοντας έτσι ορατό και αόρατο με την κατασκευή των Πυραμίδων, που φαίνεται να φέρουν παρόμοια σημάδια τελειότητας με αυτά του Παρθενώνα. Γι’ αυτό, πολλοί αρχαίοι πίστευαν ότι η γνώση των Αρχαίων Ελλήνων γύρω από τα μαθηματικά προερχόταν από τη γνώση των Αιγυπτίων στον τομέα αυτό. Συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης στα «Μεταφυσικά» του αναφέρει: «Έτσι η επιστήμη των μαθηματικών προήλθε από την γειτονική Αίγυπτο, επειδή εκεί η τάξη των ιερέων είχε αυτήν την ασχολία».

 

Συμπερασματικά, η αρχιτεκτονική στα πρώιμα στάδιά της επηρεαζόταν σημαντικά από την εμπειρία, και γι΄ αυτόν τον λόγο ονομάστηκε «εμπειρική», αργότερα όμως ασχολήθηκαν με αυτή άτομα που κατείχαν εξειδικευμένες γνώσεις και συνέλαβαν την αρχιτεκτονική, όπως και τις άλλες τέχνες, σχεδόν με τη μορφή επιστήμης. Έτσι, μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε σε αυτό το στάδιο «πρακτική».

 

Μέσα από τη μελέτη της κατασκευής των μνημείων αποδεικνύεται πόσο έντονη ήταν η επίδραση που είχε ασκήσει ο φυσικός χώρος πάνω στους δημιουργούς. Οι αρχιτέκτονες και γενικά οι καλλιτέχνες φαίνεται ότι έχουν αντιμετωπίσει και κατασκευάσει τα οικοδομήματα ως συνέχεια του ελληνικού χώρου. Οι Έλληνες γρήγορα εξοικειώθηκαν με τον χώρο που κατοίκησαν και κατόρθωσαν το φυσικό περιβάλλον να το μεταβάλλουν σε πολιτιστικό.

 

Αυτό επιτεύχθηκε στον τομέα της αρχιτεκτονικής αναζητώντας υλικά από την ελληνική φύση. Ο τομέας της αρχιτεκτονικής είναι ένας τομέας ιδιαίτερα πολυσύνθετος, που προϋποθέτει την αλληλεπίδραση και τη συνεργασία πλήθους ανθρώπων, αρχιτεκτόνων, αναθετών, τεχνιτών, αλλά και φορέων εξουσίας, τόσο για την απλή παραγωγή των λίθων όσο και για τη δημιουργία πολύπλοκων αρχιτεκτονικών έργων, με βάση τις υπάρχουσες τεχνικές δυνατότητες, αλλά και τη δεδομένη οικονομική ευχέρεια κατά περίπτωση.

 

Ως προς τα υλικά οικοδομής, από την πρώιμη εποχή, ο άνθρωπος στήριξε την οικοδομική του δραστηριότητα σε υλικά διαθέσιμα στο φυσικό του περιβάλλον, όπως το χώμα, το ξύλο και η πέτρα. Τα βασικά υλικά της αρχιτεκτονικής μέχρι τον 7ο αιώνα ήταν το ξύλο, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως την πρώιμη εποχή και ο πηλός. Η παράδοση μάλιστα η οποία δημιουργήθηκε από τη χρήση των ξύλων στην αρχιτεκτονική, διατηρήθηκε στις μορφολογικές λεπτομέρειες των μεταγενέστερων λίθινων οικημάτων. Μερικά από τα βασικά είδη ξυλείας ήταν η δρυς, το πεύκο, το έλατο, ο κέδρος και το κυπαρίσσι. Τα ξύλα τα μεταχειρίζονταν ακατέργαστα, πελεκητά (εν μέρει κατεργασμένα) και σχιστά (κατεργασμένα πλήρως με πριόνι). Παράλληλα, υπήρχαν και φύλλα ξύλου για επικολλήματα, όπως οι σημερινοί καπλαμάδες.

 

Ο ψημένος πηλός, κατά την αρχαϊκή περίοδο, είχε μεγάλη εφαρμογή, καθώς χρησιμοποιούνταν όχι μόνο σε κεραμίδια, αλλά και σε στοιχεία επενδύσεως των ξύλινων μερών, σε μετόπες και σε επίκρανα παραστάδων. Στα κλασικά χρόνια συνεχιζόταν η ευρεία χρήση του οπτού πηλού σε κεραμίδια, υδρορροές, πηλοσωλήνες, ανθέμια, καθώς και σε αλλά ευπαθή στην υγρασία αρχιτεκτονικά μέλη.

 

Ο άψητος πηλός εφαρμοζόταν πολύ κυρίως σε τείχη, αλλά και σε σπίτια και κτίρια με δευτερεύουσα σημασία, χωρίς αυτό να αποκλείει τη χρήση του ενίοτε και σε τοίχους μνημειωδών κτιρίων, όπως το ανάκτορο της Βεργίνας.

 

Εκτός από αυτά τα δύο βασικά οικοδομικά υλικά, σημαντική ήταν και η χρήση των πετρωμάτων στα μεταγενέστερα χρόνια. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ο πωρόλιθος και ο ασβεστόλιθος, ενώ στη συνέχεια, μετά τον 6ο αιώνα, κυριάρχησε το μάρμαρο στη γλυπτική και στη ζωγραφική κυρίως διακόσμηση του οικοδομήματος, ιδιαίτερα σε σημεία που ήταν εκτεθειμένα στην υγρασία. Στην κλασική περίοδο, η χρήση του μαρμάρου αυξήθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα το υλικό να κυριαρχήσει τελικά στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική.

 

Τα μέταλλα είχαν κι αυτά περιορισμένη χρήση στην αρχαία οικοδομική. Χρησιμοποιούνταν κυρίως για την κατασκευή σιδερένιων συνδέσμων και γόμφων για τη σύνδεση των λίθων των αρχιτεκτονημάτων, ενώ πάντοτε οι σύνδεσμοι αυτοί μολυβδοχοούνταν ώστε να αποφεύγεται η οξείδωσή τους. Ο σίδηρος ποτέ δεν χρησιμοποιούνταν για λόγους στατικούς. Ο ρόλος των σιδερένιων στοιχείων ήταν συγκεκριμένος και αφορούσε την ενίσχυση αλλά και τη σύνδεση μελών.

 


 

Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο

 

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο ως αρχιτεκτόνημα είναι μια υπαίθρια αμφιθεατρική κατασκευή ημικυκλικής κάτοψης γύρω από μια κυκλική πλατεία. Χρησίμευε για θρησκευτικές τελετουργίες, αγώνες μουσικής και ποίησης, θεατρικές παραστάσεις, συνελεύσεις του δήμου ή της βουλής της πόλης-κράτους ακόμα και ως αγορά. Κατά την αρχαϊκή περίοδο οι θεατρικοί χώροι διαμορφώνονταν με ήπιες επεμβάσεις σε χαμηλές, φυσικές κατωφέρειες του εδάφους χωρίς λίθινες κατασκευές ή με συσσώρευση χωμάτων. Τέτοιες κατασκευές δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν από την αρχαιολογική έρευνα. Ορχήστρα γύρω από την οποία στήνονταν ξύλινα καθίσματα έχει εντοπιστεί ωστόσο στο κέντρο της αρχαίας αγοράς της Αθήνας. Εκεί τελούνταν στα χρόνια του τυράννου Πεισίστρατου οι θεατρικοί αγώνες, που από την εποχή του Κλεισθένη μεταφέρθηκαν στο θέατρο του Διονύσου, στη νότια κλιτή της Ακρόπολης. Γύρω στο 335-330π.Χ, επί Λυκούργου, ανακατασκευάστηκε αυτό το θέατρο εξ ολοκλήρου από λίθο. Τότε πια αποκρυσταλλώθηκε ο αρχιτεκτονικός τύπος του θεάτρου στη λίθινη μορφή του.

 

 

Τα μέρη του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου

 

Τα κύρια μέρη του αρχαίου ελληνικού θεάτρου ήταν η σκηνή, η ορχήστρα και το κοίλον, με τα ακόλουθα επιμέρους μέρη:

  1. Η σκηνή: ορθογώνιο, μακρόστενο κτήριο, που προστέθηκε κατά τον 5ο αι. π.Χ στην περιφέρεια της ορχήστρας απέναντι από το κοίλον. Στην αρχή ήταν ισόγεια και χρησιμοποιούταν μόνο ως αποδυτήρια, όπως τα σημερινά παρασκήνια και τα καμαρίνια.
  2. Το προσκήνιο: μια στοά με κίονες μπροστά από τη σκηνή. Ανάμεσα στα διαστήματα των κιόνων βρίσκονταν θυρώματα και ζωγραφικοί πίνακες (τα σκηνικά). Τα θυρώματα του προσκηνίου απέδιδαν τρεις πύλες, από τις οποίες έβγαιναν οι υποκριτές. Το προσκήνιο ήταν αρχικά πτυσσόμενο, πιθανώς ξύλινο.
  3. Τα παρασκήνια: τα δύο άκρα της σκηνής που προεξέχουν δίνοντάς της σχήμα Π στην κάτοψη.
  4. Οι πάροδοι: οι διάδρομοι δεξιά και αριστερά από τη σκηνή που οδηγούν στην ορχήστρα. Συνήθως σκεπάζονταν με αψίδες.
  5. Η ορχήστρα: Η ημικυκλική (ή κυκλική, π.χ. Επίδαυρος) πλατεία στο κέντρο του θεάτρου. Συνήθως πλακόστρωτη. Εκεί δρούσε ο χορός.
  6. Το κοίλον: όλος ο αμφιθεατρικός χώρος (με τα εδώλια, τις σκάλες και τα διαζώματα) γύρω από την ορχήστρα, όπου κάθονταν οι θεατές.
  7. Τα διαζώματα: οριζόντιοι διάδρομοι που χωρίζουν τις θέσεις των θεατών σε οριζόντιες ζώνες.
  8. Οι κερκίδες: ομάδες καθισμάτων σε σφηνοειδή τμήματα που δημιουργούνται από τον χωρισμό των ζωνών με τις σκάλες.
  9. Τα εδώλια: τα καθίσματα, οι θέσεις των θεατών.
  10. Προεδρία: η πρώτη σειρά των καθισμάτων, όπου κάθονταν οι επίσημοι

 

 

Εξέλιξη των μερών

 

Ορχήστρα

 

Η ορχήστρα είναι ο ημικυκλικός ή κυκλικός επίπεδος χώρος ανάμεσα στον χώρο των καθισμάτων. Ο χώρος των θεατών περιβάλλει την ορχήστρα του αρχαίου ελληνικού θεάτρου περισσότερο από το ημικύκλιο, ενώ η σκηνή υψώνεται κάθετα στον κεντρικό άξονα του κοίλου και με τη γεωμετρική σχέση των τριών κυρίαρχων συστατικών στοιχείων του αρχαίου ελληνικού θεάτρου συνθέτει τη μορφική πληρότητα και δομική ισορροπία της θεατρικής αρχιτεκτονικής. Γνωρίζοντας ότι η γένεση του κτίσματος ανάγεται στην όρχηση (ορχέομαι = χορεύω) και στο τραγούδι του χορού, πρέπει να θεωρήσουμε την ορχήστρα ως το αρχαιότερο τμήμα του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Ο όρος ορχήστρα χρησιμοποιήθηκε αργότερα στο ρωμαϊκό θέατρο, μολονότι την εποχή αυτή η ορχήστρα δεν προοριζόταν για τον χορό. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα αρχαιολογικά στοιχεία, η ορχήστρα μπορεί να έχει σχήμα πεταλόσχημου ημικυκλίου ή να σχηματίζει κανονικό κύκλο. Στα θέατρα της Επιδαύρου των Οινιάδων, καθώς και της Δωδώνης, οι κυκλικές ορχήστρες περιβάλλονται από ένα λίθινο πλαίσιο. Πρόκειται για ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο-μικροανάλημμα, κάποτε πλούσια διακοσμημένο στην ορατή (εξωτερική) του πλευρά, το οποίο συγκρατεί την επίχωση για τη διαμόρφωση της επίπεδης επιφάνειας της ορχήστρας. Σε βραχώδεις περιοχές, όπου ο φυσικός βράχος χρησιμοποιείται συχνά για την κατασκευή της (όπως στο θέατρο της Αιγείρας), το λίθινο πλαίσιο δεν είναι απαραίτητο. Ορχήστρες ελληνικών θεάτρων με μαρμάρινη διακόσμηση, όπως η ορχήστρα του Διονυσιακού θεάτρου, προέρχονται από ρωμαϊκές επεμβάσεις. Η επιφάνεια της ελληνικής ορχήστρας ήταν χωμάτινη όπως η ορχήστρα του θεάτρου της Επιδαύρου, το οποίο διατήρησε και στην ρωμαϊκή εποχή την αρχική του μορφή. Η ορχήστρα περιβάλλεται εξωτερικά από έναν αποχετευτικό αγωγό για τη διοχέτευση των βρώμικων υδάτων εκτός του θεατρικού χώρου, του οποίου οι διαστάσεις διαφέρουν από θέατρο σε θέατρο. Ο αποχετευτικός αγωγός καλυπτόταν συνήθως με λίθινες πλάκες, οι οποίες διευκόλυναν παράλληλα και την πρόσβαση στα εδώλια του κοίλου. Ο τρόπος κάλυψης του αποχετευτικού αγωγού εξαρτάται κυρίως από τις διαστάσεις του και τη μορφή του.

 

 

Σκηνή

 

Σκηνή στο αρχαίο θέατρο ονομάζεται ένα ορθογώνιο, μακρόστενο, στεγασμένο κτήριο, που προστέθηκε τον 5ο αι. π.Χ στην περιφέρεια της ορχήστρας απέναντι από το κοίλον. Αρχικά η σκηνή ήταν ισόγεια και χρησιμοποιούνταν μόνο ως αποδυτήριον, όπως τα σημερινά παρασκήνια και τα καμαρίνια. Μπροστά της, προς την πλευρά της ορχήστρας, βρισκόταν το προσκήνιον, μια στοά με κίονες ή ημικίονες. Ανάμεσα στα μετακιόνια διαστήματα του προσκηνίου βρίσκονταν θυρώματα και ζωγραφικοί πίνακες, που απέδιδαν το σκηνικό βάθος της δράσης πίσω από τους υποκριτές στην ορχήστρα. Τα θυρώματα του προσκηνίου απέδιδαν τρεις πύλες, από τις οποίες έρχονταν οι υποκριτές. Το προσκήνιον ήταν αρχικά πτυσσόμενο και χρησιμοποιούνταν ιδιαίτερα στις παραστάσεις της Νέας Κωμωδίας του Μενάνδρου (περίπου στα 300 π.Χ), στην οποία περιορίστηκε ο ρόλος του χορού και ενισχύθηκαν οι υποκριτές. Στις παραστάσεις αυτές τοποθετούνταν το ξύλινο προσκήνιον μπροστά στη σκηνή και αφαιρούνταν μετά για τις παραστάσεις της τραγωδίας. Με τον καιρό καθιερώθηκε και από τον 2ο αι. π.Χ χρησιμοποιούνταν και στις τραγωδίες. Στη Θάσο ωστόσο, αναφέρει μια επιγραφή σε λίθινο επιστύλιο ότι ο Λυσίστρατος, ένας θεωρός των μέσων του 4ου αι. π.Χ, αφιέρωσε το προσκήνιο του θεάτρου της Θάσου στον Διόνυσο. Στα δύο άκρα της σκηνής προεξείχαν τα παρασκήνια, δύο πτέρυγες που έδιναν στην κάτοψη της σκηνής σχήμα «Π».

 

Κατά την Πρώιμη Ελληνιστική Περίοδο, η σκηνή έγινε διώροφη, με την οροφή του ισογείου να εξέχει κάτω από τον πρώτο όροφο σχηματίζοντας έναν εξώστη. Από τον 2ο αι. π.Χ, η δράση των υποκριτών μεταφέρθηκε πάνω σε αυτόν τον εξώστη, που ονομάστηκε λογείον, ενώ το σκηνικό βάθος τοποθετήθηκε στην πρόσοψη του πρώτου ορόφου.

 

 

Κοίλον

 

Το κοίλον ήταν το κεκλιμένο χωνοειδές επίπεδο, στο οποίο απλώνονται αμφιθεατρικά τα εδώλια των θεατών. Η καμπυλότητά του ακολουθεί την καμπυλότητα της ορχήστρας και τα άκρα του καταλήγουν σε αναλημματικούς τοίχους κατασκευασμένους με ορθογώνια λιθοδομή. Το κοίλον συνήθως δεν ενώνεται με το κτίριο της σκηνής. Ανάμεσα στους αναλημματικούς του τοίχους και τα άκρα της σκηνής υπήρχαν διάδρομοι για την προσέλευση των θεατών και, με την έναρξη της παράστασης, για την είσοδο του χορού. Αυτοί οι διάδρομοι ονομάζονται πάροδοι. Στις παρόδους των θεάτρων στήνονταν συχνά μνημειώδεις στήλες ή επιγραφές με ψηφίσματα για να τα βλέπει πολύς κόσμος.

 

 

Θέατρον

 

Ο όρος «θέατρον» (θεάομαι = βλέπω) χαρακτήριζε αρχικά μόνο τον χώρο των θεατών. Ενδεικτική της ερμηνείας του όρου είναι η αναφορά του στην απόφαση του δήμου της Αθήνας (330-329π.Χ) να κατασκευάσει τον στίβο και τον χώρο των θεατών του Παναθηναϊκού Σταδίου. Το μέγεθος του θεάτρου και η επιβλητικότητά του σε σύγκριση με τα άλλα δύο βασικά δομικά στοιχεία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου (ορχήστρα-σκηνή), καθώς επίσης και με τους αντίστοιχους χώρους άλλων οικοδομημάτων, οδήγησε σε μια σχεδόν αποκλειστική χρησιμοποίηση του όρου για τα θεατρικά οικοδομήματα. Η καθιέρωσή του δε ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν συχνά για τον χώρο των θεατών τον ελληνικό όρο «theatrum» αντί του ρωμαϊκού cavea. Στο συνθετικό Amphitheatrum (Αμφιθέατρο) κυριαρχεί επίσης η λέξη «theatrum» (θέατρον). Φαίνεται ότι ήδη από τον 4ο αι. π.Χ, ο όρος θέατρον άρχισε να χρησιμοποιείται συχνά για τον προσδιορισμό ολόκληρου του θεατρικού οικοδομήματος. Και όταν στη ρωμαϊκή εποχή, με την κατάργηση των ανοικτών πλάγιων προσβάσεων (πάροδοι) του ελληνικού θεάτρου, ο χώρος των θεατών ενώνεται οικοδομικά με τη σκηνή, ο όρος θέατρον αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ως προσδιορισμός ενός συμπαγούς αρχιτεκτονικού συνόλου. Ο χώρος των θεατών, που περιβάλλει την ορχήστρα και μπορεί να έχει, όπως και αυτή, ημικυκλικό ή πεταλοειδές σχήμα, διαιρείται συνήθως σε δύο τμήματα που χωρίζονται μεταξύ τους από έναν διάδρομο, το λεγόμενο διάζωμα ή δίοδο. Σε θέατρα με τρία τμήματα (Δωδώνη, Άργος) ο οριζόντιος διαχωρισμός του κοίλου επιτυγχάνεται με δύο οριζόντιους διαδρόμους. Το κοίλον χωρίζεται κάθετα σε σφηνοειδείς ενότητες (κερκίδες, στα λατ. cuneil), που ορίζονται κατακόρυφα με στενούς, συνήθως βαθμιδωτούς διαδρόμους, τις κλίμακες. Η προεδρία ή προέδρα στην πρώτη σειρά του κοίλου, προοριζόμενη για τον ιερέα του Διονύσου, ανώτερους κρατικούς λειτουργούς, αξιωματούχους καθώς και άλλες προσωπικότητες, αποτελείται συχνά από μαρμάρινους θρόνους, όπως στο θέατρο του Διονύσου. Τα υπόλοιπα καθίσματα μπορεί να ήταν λίθινα, ή από ξύλο (ίκρια) πάνω σε λίθινο υπόβαθρο. Πάνω από την τελευταία σειρά καθισμάτων μπορούσε να επεκταθεί το θέατρο, αν το επέβαλλαν οι ανάγκες, με την προσθήκη επιθεάτρου. Ακόμα, οριζόντιοι διάδρομοι, τα διαζώματα, χωρίζουν το κοίλον σε ζώνες. Κάθε ζώνη χωρίζεται με εγκάρσιες ακτινωτές σκάλες σε σφηνοειδή τμήματα, τις κερκίδες.

 

 

 

Ακουστική Θεάτρων

 

Η ακουστική των αρχαίων θεάτρων εξασφαλιζόταν με τα αντηχούντα αγγεία, που βρίσκονταν κάτω από τα σκαλιά του κοίλου και τα σκηνικά άλλαζαν σχεδόν αυτόματα. Τα αντηχούντα αγγεία τοποθετούνταν σύμφωνα με έναν μαθηματικό υπολογισμό σε κόγχες κάτω από τα σκαλιά του κοίλου, διηρημένα σε αγγεία τέταρτης, πέμπτης, όγδοης και διπλής όγδοης, σύμφωνα με τις αντηχήσεις τους στις διάφορες νότες. Η φωνή των ηθοποιών που περιέβαλε τα αγγεία και ήταν στον ίδιο τόνο με αυτήν, προκαλούσε την αντήχησή τους και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν πιο δυνατή, πιο καθαρή και πιο μεγαλεπήβολη.

 

Ακόμα, σύγχρονες ακουστικές έρευνες αποδεικνύουν ότι στα αρχαία θέατρα είχαν εφαρμοστεί βασικές αρχές σχεδιασμού, που εξασφάλιζαν ηχοπροστασία, ακουστική ζωντάνια, διαύγεια και καταληπτότητα του θεατρικού λόγου. Μια από τις βασικότερες αρχές ήταν η ενίσχυση της φωνής με έγκαιρες, θετικές ηχοανακλάσεις επάνω σε στοιχεία του θεάτρου (δάπεδο ορχήστρας, πρόσοψη κτιρίου σκηνής, λογείο), για την εξασφάλιση ενός φυσικού, αυτοδύναμου (παθητικού) μεγαφώνου, που αναπλήρωνε τις ενεργειακές απώλειες, κυρίως στα υψηλότερα καθίσματα του κοίλου.

 

 

 

Η επιρροή της Βυζαντινής Αυτοκρατίας

Η επιρροή της Βυζαντινής Αυτοκρατίας

Η αρχιτεκτονική της παλαιοχριστιανικής περιόδου, δηλαδή της περιόδου που αρχίζει με την αναγνώριση της χριστιανικής ως επίσημη θρησκεία από τον Κωνσταντίνο το Μέγα (313) και που τελειώνει με την αραβική κατάκτηση των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας και την απώλεια της ελευθερίας των θαλασσινών δρόμων (630). Την εποχή αυτή συνεχίζεται και προεκτείνεται η τέχνη του ελληνορωμαϊκού κόσμου, του οποίου οι μνημειακές μορφές χρησιμοποιούνται τώρα για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της νέας επίσημης θρησκείας. Αυτές αφορούν τόσο στην ιδεολογική της επιβολή, που εξυπηρετείται με τη μεγαλοπρέπεια των κτιρίων και τη λαμπρότητα των υλικών, όσο και με την πρακτική προσαρμογή των κτιρίων στη νέα λατρεία. Τότε καθορίζονται οι κυριότεροι τύποι εκκλησιαστικών κτιρίων ανάλογα με τον προορισμό τους και καταστρώνεται η συγκρότηση του χριστιανικού ναού, η λειτουργία του κάθε τμήματός του δημιουργούνται νέα αρχιτεκτονικά μέλη, που αποτελούν και τα κύρια χαρακτηριστικά της βυζαντινής αρχιτεκτονικής.

 

Η σημασία της εποχής αυτής για την ιστορία της μεσαιωνικής τέχνης είναι τεράστια. Όλες οι σχολές της αρχιτεκτονικής τέχνης ξεκινούν από την παλαιοχριστιανική και για όλες σχεδόν τις κατηγορίες των καλλιτεχνημάτων των μεταγενέστερων εποχών. Στην τεράστια εδαφική έκταση που κατέχει η αυτοκρατορία περιλαμβάνονται οι ακμάζουσες ελληνιστικές πόλεις με ισχυρές εγχώριες καλλιτεχνικές παραδόσεις, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Έφεσος, η Ρώμη και η πρωτεύουσα η Κωνσταντινούπολη, η οποία πλουτίζεται συνεχώς με νέα κτίσματα, αυτοκρατορικά και εκκλησιαστικά και γίνεται το νέο και σπουδαιότερο κέντρο στο οποίο συγκεντρώνονται οι καλλιτεχνικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας και από το οποίο εκπορεύονται τα καλλιτεχνικά ρεύματα, οι αρχιτέκτονες και οι αρχιτεκτονικοί τύποι προς το τέλος της αυτοκρατορίας, σε Ανατολή και Δύση.

 

Ο τύπος ναού που κυριαρχεί στις μεγαλύτερες εκκλησίες ως τον 6ο αιώνα είναι η βασιλική, που κατάγεται από ένα ευρύχωρο ελληνιστικό και ρωμαϊκό κτίριο για δημόσιες συγκεντρώσεις. Τα κύρια χαρακτηριστικά της την διαφοροποιούν από τα πρότυπά της. Πρόκειται για μια μεγάλη μακρόστενη, ορθογώνια αίθουσα, χωρισμένη με κιονοστοιχίες σε τρία ή πέντε κλίτη από τα οποία το μεσαίο είναι ευρύτερο και ψηλότερο από τα άλλα. Η αίθουσα καταλήγει ανατολικά σε μια μεγάλη εξέχουσα ημικυκλική αψίδα, όπου βρίσκεται η Τράπεζα, το σύνθρονο και ο επισκοπικός θρόνος. Τον 4ο αιώνα δημιουργείται μπροστά στο ιερό ένα εγκάρσιο κλίτος, που συνδέεται με το μεσαίο κλίτος με μεγάλο θριαμβευτικό τόξο. Η Αγία Τράπεζα στις βασιλικές, βρίσκεται στο σημείο της διασταυρώσεως των αξόνων των κλιτών. Το ιερό χωρίζεται από τον ναό με ένα κιγκλίδωμα με μαρμάρινες κολόνες και θωράκια. Το κεντρικό κλίτος, το ψηλότερο και φωτεινότερο τμήμα, με διακόσμηση οροφής και δαπέδου, όπου βρίσκεται και ο άμβωνας, προορίζεται μόνο για τους επίσημους και τους εκκλησιαστικούς, ενώ τα πλάγια κλίτη που χωρίζονται από το μεσαίο με θωράκια, προορίζονται για τους πιστούς λαϊκούς, ο νάρθηκας για τους κατηχούμενους και η συνεχόμενη προς αυτόν πρόθεση για την απόθεση των προσφορών. Η ευρύχωρη αυλή, με τη φιάλη είναι για όλους.

 

Τον 4ο και 5ο αιώνα είναι μεγάλη η ποικιλία των παραλλαγών στον τύπο αυτό. Το εγκάρσιο κλίτος συχνά δεν υπάρχει και όταν υπάρχει πότε είναι απλό και πότε περιβάλλεται εν μέρει ή ολόκληρο από εσωτερική κιονοστοιχία. Τον 6ο αιώνα καταλήγει σε πλάγιες αψίδες. Η μεγάλη αψίδα μπορεί να είναι ημικυκλική ή τρίπλευρη, μπορεί να μην εξέχει του ορθογωνίου. Η βασιλική-μαρτύριο συνδέεται με μεγάλα περίκεντρα κτίρια, μαυσωλεία, ή γίνεται διπλή βασιλική ή παίρνει τη μορφή σταυρικής βασιλικής με τον τάφο-μαρτύριο στην κεντρική διασταύρωση των αξόνων των τεσσάρων κλιτών, που είχαν όλα εσωτερικό περιστύλιο, όπως οι Άγιοι Απόστολοι Κωνσταντινουπόλεως, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος της Εφέσου, εκκλησίες του 4ου αιώνα, ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης στη Συρία, του 5ου αιώνα. Αυτόν τον τύπο βρίσκουμε και στην Καταπολιανή της Πάρου. Όλες αυτές οι εκκλησίες είχαν ξύλινη στέγη, όταν τον 6ο αιώνα θα ξανακτιστούν, πιο μεγάλες, αλλά διατηρώντας την ίδια διάρθρωση, θα στεγαστούν με τρούλους.

 

Ο χώρος της βασιλικής, κυριαρχείται από τον οριζόντιο άξονα, τονισμένο από τη ρυθμική πορεία των κιονοστοιχιών που οδηγεί στην κοιλότητα της αψίδας. Το μεσαίο κλίτος ευρύχωρο και άπλετα φωτισμένο, με την υπερυψωμένη οροφή, αποτελεί σημαντικό στοιχείο ανατάσεως. Ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος, πολύχρωμα μαρμαροθετήματα, ψηφιδωτά, χρυσωμένη οροφή, φανερώνουν την προσπάθεια να δοθεί στον φωτεινό χώρο, που ντύνουν τους τοίχους και το δάπεδο πολύτιμα υλικά, όλα με πολύχρωμες ανταύγειες, όλα ρυθμισμένα στην κλίμακα πολυτέλειας.

 

Παράλληλα με τις βασιλικές χρησιμοποιήθηκαν στον 4ο και 5ο αιώνα για μικρότερα ιερά, κυρίως για τα μαρτύρια που κάλυπταν τάφους αγίων ή σημείωναν τόπους θείων επιφανειών ή θαυμάτων, τύποι κτιρίων που κατάγονται από αρχαία μαυσωλεία, περίκεντρα κτίρια στεγασμένα με τρούλο σε ποικίλες μορφές. Κυκλικά κτίρια με κυκλική κιονοστοιχία, που φέρει τον τρούλο, οκταγωνικά όπως το μεγάλο μαρτύριο του αποστόλου Φιλίππου στην Ιεράπολη της Φρυγίας ή ο οκτάγωνος ναός στους Φιλίππους με ημικυκλική αψίδα. Στους ναούς-μαρτύρια καθώς και σε μερικά βαπτιστήρια του τύπου αυτού ο τρούλος στηρίζεται σε ένα οκτάγωνο που σχηματίζουν οκτώ πεσσοί με ενδιάμεσες κολόνες, ενώ οι εξωτερικοί τοίχοι μπορεί να σχηματίζουν οκτάγωνο ή και τετράγωνο, οπότε γωνιακές κόγχες εξασφαλίζουν τη μετάβαση από το ένα σχήμα στο άλλο. Την προτίμηση του συστήματος αυτού από τους αρχιτέκτονές της εποχής του Ιουστινιανού μαρτυρεί ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη και του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα.

 

Στα περίκεντρα κτήρια κυριαρχεί ο μεγάλος τρούλος που στέφει έναν ενιαίο χώρο. Όλα τα στοιχεία, πεσσοί, κολόνες, εξέδρες, τόξα, τονίζουν τον κατακόρυφο άξονα. Ένα όμως κτίσμα του Ιουστινιανού δημιουργεί μια τομή στη βυζαντινή αρχιτεκτονική, γιατί καθιερώνει τον τρούλο ως κύριο καθοριστικό στοιχείο του κτιρίου του ναού (η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη). Τα στοιχεία που τη συνθέτουν ανήκουν στην ίδια κατηγορία των περίκεντρων ναών, αλλά έχουν συντεθεί κατά τρόπο νέο ώστε ο τεράστιος πάμφωτος χώρος να ανυψώνεται με αργό ρυθμό, καθώς οι πολύτιμες και πολύχρωμες επιφάνειες που τον περικλείουν ανελίσσονται με τους ρυθμικούς κυματισμούς των τόξων. Η ανοδική αυτή κίνηση που περιβάλει και συνεπαίρνει τον πιστό, κορυφώνεται και ολοκληρώνεται στον τεράστιο τρούλο, που δίνει την εντύπωση πως μόλις ακουμπά πάνω στο κτίριο, χωρίς υλικό βάρος. Κανένα από τα κτίρια που έγιναν σύγχρονα με την Αγία Σοφία ή στις επόμενες εποχές στην περιοχή του Βυζαντίου δεν έφτασε το μέγεθος των διαστάσεων και τον πλούτο των υλικών της. Αυτό όμως που αποτελεί την μοναδικότητά της και της προσδίδει την καίρια σημασία είναι ότι σε αυτήν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά με τόση τόλμη και με μια τέτοια αισθητική αρτιότητα η ιδανική στατική λύση στη στήριξη του μεγάλου τρούλου.

 

 

Η γοητεία της οροφής με τρούλο οδηγεί σε συνδυασμούς του τρούλου με τη βασιλική. Ίσως για λόγους λειτουργικούς, έπρεπε να εξαρθεί ο χώρος μπροστά στην αψίδα του βήματος, είτε σε μικρότερα σταυροειδή κτίρια, όπως ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης ή το λεγόμενο Μαυσωλείο της Γκαλά Πλακίδια στη Ραβέννα (5ος αιώνας), όπου ο τρούλος ήταν κτιστός ή σε μεγαλύτερα κτίρια όπου ο τρούλος ήταν ξύλινος, όπως στη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος του Ιλισού (5ος αιώνας) ή στο Αλαχάν Μαναστήρ στην Ισαυρία (5ος ή 6ος αιώνας). Παλαιότερα δεν έλειπε η βασιλική με κτιστό τρούλο, άλλα στον 6ο αιώνα το συναντάμε, όπως η Αγία Ειρήνη στην Κωνσταντινούπολη, ο Άγις Τίτος στην Γόρτυνα Κρήτης, η Καταπολιανή στην Πάρο, το Κασρ Ιμπν-Βαρντάν στη Συρία (564), ο Άγιος Πολύευκτος (524-527), η βασιλική Β' στους Φιλίππους και το Τζάριτζιν Γραδ Σερβίας. Στα κτίρια αυτά θα φανερωθούν κατά διάφορους τρόπους οι συνέπειες της προσθήκης ενός μέλους με σημαντικό βάρος σε ένα σύστημα δομήσεως που δεν είναι προορισμένο για αυτό το σκοπό. Ο βασικός χαρακτήρας της βασιλικής ως κτιρίου με ορισμένη κατεύθυνση χάνεται.

 

 

Μετά τον 6ο αιώνα η βυζαντινή αρχιτεκτονική δεν θα ξαναγνωρίσει την μεγάλη ποικιλία των τύπων και των λύσεων των κτιρίων, ούτε τη μεγαλοφροσύνη που διακρίνει την παλαιοχριστιανική εποχή. Η μεταστροφή της λαϊκής ευλάβειας από τα λείψανα προς τη λατρεία των εικόνων, καθώς και η εξέλιξη της λειτουργίας, όλα συντελούν στη μετάβαση προς νέους τύπους ναών, πιο μικρούς όμως στο μέγεθος.

 

 

Ένας νέος τύπος είναι ο σταυροειδής με τρούλο. Στην πρώτη του μορφή παρουσιάζει στην κάτοψη σχήμα σταυρού εγγεγραμμένου σε ένα τετράγωνο που αποτελείται από το ιερό βήμα και από τριπλό νάρθηκα ή περίδρομο (Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης). Ο νέος αυτός τύπος αποτελεί εξέλιξη των μικρών σταυροειδών ναών τύπου Οσίου Δαβίδ Θεσσαλονίκης, ή όπως ο ναός της Κοιμήσεως στη Νίκαια, ο ναός Πέτρου και Παύλου (9ου αιώνα) και άλλοι. Στον ίδιο τύπο καταλήγουν και παλαιοχριστιανικής εποχής βασιλικές που διασκευάζονται την εποχή αυτή, όπως η Αγία Ειρήνη Κωνσταντινουπόλεως. Πρόκειται για νέα δημιουργία της εποχής, όπου παλαιότερες αλλά οικείες μορφές και τύποι αλληλοεπηρεάζονται και τελικά καταλήγουν στο ίδιο περίπου αποτέλεσμα. Οι τέσσερις εν τετράγωνο πεσσοί που στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα είναι πολύ ογκώδεις, αλλά τείνουν να διαλυθούν ώστε να σχηματιστούν μικρά γωνιαία διαμερίσματα. Η τάση να διατηρηθεί η ενότητα του μεγάλου τρουλοσκέπαστου κεντρικού χώρου είναι φανερή, για αυτό οι επικοινωνίες με τους πλάγιους περιδρόμους από όπου οι περισσότεροι πιστοί παρακολουθούν τη λειτουργία γίνεται συνήθως δια μέσου τριβήλων, ενώ με τα μικρά γωνιαία διαμερίσματα δεν υπάρχουν επικοινωνίες.

 

 

Εκτός από την επικράτηση και την εξέλιξη του τύπου του σταυροειδούς με τρούλο εξασφάλιζαν η συμβολική σημασία του σταυρικού σχήματος καθώς και του τρούλου, εικόνας του ουρανού. Ο ναός-μικρόκοσμος έβρισκε την τέλεια μορφή του.

 

 

Το τέλος της εικονομαχίας (843) και η άνοδος της Μακεδονικής Δυναστείας (867) σημειώνουν την αρχή μιας εποχής νέας ακμής της βυζαντινής αυτοκρατορίας, τόσο στην κρατική πολιτική, όσο και στην περιοχή της πνευματικής καλλιέργειας, γιατί φτάνουν σε υψηλό επίπεδο οι επιστήμες, τα γράμματα, οι τέχνες, ώστε να γίνεται συνήθως λόγος για Μακεδονική Αναγέννηση. Την ίδια εποχή ακτινοβολεί ο βυζαντινός πολιτισμός ως τη Ρωσία, όπου η αρχιτεκτονική και κυρίως η ζωγραφική βρίσκονται σε εξάρτηση από τη βυζαντινή τέχνη, που παραμένει η διδάσκαλος, σε Ανατολή και Δύση. Στην αρχιτεκτονική παρατηρείται μια ανανέωση του τύπου της σχετικά μεγάλης βασιλικής. Ο σταυροειδής με τρούλο επικρατεί και εξελίσσεται, ώστε οι τέσσερις ογκώδεις πεσσοί να συσταλούν σε τέσσερις κομψές κολόνες και τα τέσσερα γωνιακά διαμερίσματα να μεγαλώσουν, ώστε να στεγάζονται με ιδιαίτερο τρούλο το καθένα και έτσι ο ναός να έχει πέντε τρούλους. Το πεντάτρουλο σύστημα καθιέρωσε ένα αυτοκρατορικό κτίσμα του 880, η Νέα, ίσως από επίδραση των παλαιότερων Αγίων Αποστόλων. Τον ίδιο το ναό του Ιουστινιανού έχει ως πρότυπο και ο Άγιος Μάρκος της Βενετίας. Στον πεντάτρουλο τύπο της Νέας ανήκει ο παλαιότερος ναός του 907 στο σύμπλεγμα της Μονής του Λιβός και άλλοι.

 

 

Η τελειοποίηση στη στατική λύση της στηρίξεως του τρούλου με ελαφρότερα υποστηρίγματα και η επακόλουθη επιμήκυνση των κεραιών του σταυρού, ώστε να καταργηθεί ο περίδρομος, έκανε την εξωτερική μορφή του ναού πιο οργανική καθώς διαγράφεται πιο καθαρά στη στέγη το σχήμα του σταυρού που φέρει τον τρούλο και οι κεραίες του σταυρού εκφράζονται και στις πλάγιες όψεις.

 

Επίσης, οι αναλογίες έγιναν πιο κομψές και οι επιφάνειες των τοίχων εκφράζουν μια καθαρά πλαστική αντίληψη με κόγχες, με ημικόγχες και με βαθμιδωτά γείσα. Στη νοτιότερη Ελλάδα οι επιφάνειες των τοίχων είναι απλές, επίπεδες, με μοναδικό στόλισμα την άψογη πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία και μερικά μοτίβα με πλίνθους, άσχετα από τους τύπους των εκκλησιών. Με δύο κίονες, με τέσσερις κίονες, με τρείς κόγχες και με τέσσερις κόγχες ή μικρές θολοσκέπαστες βασιλικές, όπως στην Καστοριά. Αρχαϊκότεροι ναοί, αμέσως μετά τα μέσα του 9ου αιώνα, δεν έχουν ούτε αυτή τη χρωματικά διακοσμητική τοιχοποιία. Όλες αυτές οι παραλλαγές και οι δεξιοτεχνίες φανερώνουν μια αξιόλογη στροφή του ενδιαφέροντος προς την εξωτερική μορφή του κτιρίου, που συνεπάγεται τη μείωση της σημασίας του εσωτερικού χώρου και τη βαθμιαία διάσπασή του.

 

 

Οι αρχιτέκτονες του 11ου αιώνα δημιουργούν ένα νέο σύστημα στηρίξεως του τρούλου. Πρόκειται για το οκταγωνικό σύστημα με το οποίο καλύφθηκε ο ναός με τον τρούλο σε όλο του το πλάτος και ο ενιαίος χώρος απλώνεται μπροστά στα τρία μέρη του Ιερού. Οι φορείς του τρούλου απωθήθηκαν στους γύρω τοίχους και ξανακερδήθηκε η ενότητα του χώρου και η μετάβαση από το οκτάγωνο στη χαμηλή κυκλική βάση του τρούλου γίνεται με τέσσερα ημιχώνια. Το καθολικό της Μονής του Οσίου Λουκά είναι το τελειότερο κτίριο μιας σειράς εκκλησιών αυτού του τύπου που σώθηκαν στη Στερεά Ελλάδα και στα νησιά, ενώ η καταγωγή του τύπου είναι από την Κωνσταντινούπολη. Το Δαφνί έχει την εξωτερική όψη περισσότερο σύμφωνη με την ελληνική αγάπη στις καθαρές γεωμετρικές φόρμες και στην άψογη τοιχοποιία με πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Η περίπτωση της Νέας Μονής Χίου, αυτοκρατορικού ιδρύματος, αντί για ημιχώνια έχει στους διαγώνιους άξονες κόγχες και αντί για γωνιόμορφους πεσσούς έχει οκτώ παραστάδες αναλυόμενες σε διπλούς κιονίσκους.

 

 

Εκτός από τον αρχιτεκτονικό τύπο, κοινά γνωρίσματα όλων των ναών της εποχής 9ου-12ου αιώνα είναι οι σχετικά μικρές διαστάσεις, φαινόμενο που δεν είχε σχέση με τον περιορισμό των οικονομικών μέσων ή τάση για ψηλά κτίρια, όπως η Παναγία των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη και άλλες. Η πολυτέλεια της κατασκευής που συμβαδίζει με μια εκλεπτυσμένη αίσθηση των υλικών προσδίδει στους περιορισμένους σχετικά εσωτερικούς χώρους την όψη πολύτιμων κομψοτεχνημάτων, καθώς τα πολύχρωμα μάρμαρα καλύπτουν το πάτωμα και ντύνουν τους τοίχους και στολίζουν τις καμάρες και τους θόλους λαμπρά ψηφιδωτά και τα παράθυρα ζωγραφιστά υαλοστάσια. Το τέμπλο έχει ψιλοδουλεμένα γλυπτά και στολίζεται με εικόνες από σμάλτο επάνω σε χρυσάφι. Η κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους της 4ηςΣταυροφορίας (1204), αποτελεί αποφασιστική τομή στην πορεία προς την κατάρρευση. Τα ελληνικά κρατίδια που δημιουργούνται στην περιφέρεια με πρωτεύουσες την Θεσσαλονίκη, Άρτα, Νίκαια, Τραπεζούντα και Μυστρά, θα ανταγωνιστούν τα φραγκικά κρατίδια που δημιουργούνται στις ελληνικές χώρες και τελικά ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, θα ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη (1261) και η Πόλη θα ξαναγίνει το διοικητικό και το πνευματικό κέντρο με τον ηγετικό ρόλο.

 

 

Η ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως θα φέρει μια γενική πνευματική άνθιση και μια τάση επιστροφής και αναβίωσης παλαιοτέρων μορφών που εκδηλώνεται στην αρχιτεκτονική με την επάνοδο σε τύπους ξεχασμένους. Ο οκταγωνικός τύπος αναβιώνει στους Αγίους Θεοδώρους στον Μυστρά και στην Αγία Σοφία στην Μονεμβασία. Ο περίδρομος του σταυροειδούς με τρούλο επανέρχεται πιο χαμηλός και τον βρίσκουμε στην Πόλη, στις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης όπως Αγίους Αποστόλους, Αγία Αικατερίνη και αλλού. Και κάπως σπάνιος ο τύπος του Βροντοχίου, της Μητροπόλεως και της Παντάνασσας στον Μυστρά και του παρεκκλησίου της Καταπολιανής, όπου η βασιλική του ισογείου συνδυασμένη με σταυροειδή με τρούλο στον όροφο, θυμίζει την Αγία Ειρήνη Κωνσταντινουπόλεως του 8ου αιώνα. Η αδυναμία της εποχής για νέα έργα είναι η συνήθεια να προσθέτουν σε παλαιές εκκλησίες νέα κτίσματα.

 

Στην Πρωτεύουσα κτίζονται παρεκκλήσια για την ταφή βασιλικών ή αρχοντικών οικογενειών (Παμμακάριστος). Επίσης μεγαλοπρεπείς νάρθηκες και εξωνάρθηκες στην Πόρτα Παναγία Θεσσαλίας και αλλού. Άσχετα με τους τύπους, την εξωτερική μορφή των αρχιτεκτονημάτων της εποχής χαρακτηρίζει μια εκζήτηση αντιθέσεων, ποικιλία στις σχέσεις επιπέδων στις προσόψεις και στις στέγες, μια γενική τάση προς τις αναλογίες και κομψότερη σιλουέτα, καθώς και προς τη χρωματική ποικιλία στη διακόσμηση των προσόψεων. Η Πρωτεύουσα πάντα υπερέχει στο μέτρο και στην κομψότητα. Εσωτερικά οι πολυτελέστεροι τρόποι διακόσμησης με ορθομαρμαρώσεις και ψηφιδωτά γίνονται σπανιότεροι και μετά τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα σταματούν. Παντού κυριαρχεί η ευτελέστερη τοιχογραφία. Οι εσωτερικοί χώροι περιορίζονται στις διαστάσεις και έχουν την τάση να είναι διασπασμένοι και άνισα φωτισμένοι, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα θερμής οικειότητας κατάλληλης για θρησκευτική περισυλλογή και ατομική προσευχή.

 

 

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και ως τον 19ο αιώνα, σημαντικά θρησκευτικά κτίρια και δημόσια θα ανεγερθούν προ πάντων στα μοναστήρια, στο Άγιο Όρος, στα Μετέωρα και αλλού, σύμφωνα με τις παραδόσεις, τις τεχνικές και τις βασικές αντιλήψεις της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Δεν αναγνωρίζει κανείς τις νέες δημιουργίες στα έργα αυτά, αλλά δεν παύουν για αυτό το λόγο να είναι έργα αξιόλογα μιας καλλιτεχνικής παράδοσης που κυριάρχησε επί πολλούς αιώνες σε όλη τη χριστιανική ανατολή.

 

 

Μεταπολεμική Αρχειτεκτονική

Μεταπολεμική Αρχειτεκτονική

Η μεταπολεμική Αρχιτεκτονική

 

Από το 1940 μέχρι το 1949 η Ελλάδα θα εισέλθει στην πιο αιματηρή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Ένας εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος θα δώσει τη σκυτάλη σε μια ξένη κατοχή και αυτή θα την παραδώσει σε έναν εμφύλιο πόλεμο, που θα αποτελέσει την πρώτη ένοπλη σύγκρουση δυτικού και ανατολικού κόσμου και θα κάνει την Ελλάδα «το Βιετνάμ της Ευρώπης». Oι ένοπλες συρράξεις, οι βομβαρδισμοί και οι πυρπολήσεις των οικισμών, οι φυλακίσεις, οι εξορίες και οι εκτελέσεις θα δημιουργήσουν σωρούς ερειπίων και κύματα προσφύγων, από τα χωριά προς τις μεγάλες πόλεις. Η δεκαετία 1940-50 είναι μια περίοδος βιβλικής καταστροφής και ανηλεούς βίας που θα οδηγήσουν και σε βίαιες αλλαγές.

 

H αναζήτηση συνθηκών ασφάλειας και εργασίας θα προ-καλέσει εσωτερική μετανάστευση, ωθώντας μεγάλες μάζες του πληθυσμού από τα χωριά στις μεγάλες πόλεις, αλλά και εξωτερική (ΗΠΑ, Αυστραλία, Δυτική Ευρώπη). Ενδεικτικό της πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα σε μέγεθος και βία αστικοποίησης είναι το γεγονός ότι ενώ στη δεκαετία 1930-40 ο πληθυσμός της Ελλάδας είναι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό αγροτικός, στη δεκαετία 1950-60 ο αστικός θα καταστεί μεγαλύτερος του αγροτικού. Η συσσώρευση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα θα δημιουργήσει επιτακτικές ανάγκες στέγασης, που θα καλυφθούν με την αυθαίρετη δόμηση στις παρυφές των πόλεων από τα κατώτερα οικονομικά στρώματα, και τις πολυκατοικίες από τα ανώτερα και μεσαία εντός των πόλεων. Ταυτόχρονα θα αποδυναμωθούν ή θα ερημωθούν πλήθος αγροτικών και ιδίως ορεινών οικισμών, γεγονός που θα σημάνει και το τέλος του ενεργού λαϊκού πολιτισμού για ένα μεγάλο τμήμα της Ελλάδας. Το 1950 θα ανατείλει σε μια Ελλάδα εντελώς διαφορετική, σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο.

 

Oι επιπτώσεις των δύο πολέμων θα είναι οδυνηρές και για τη νέα γενιά των Ελλήνων διανοουμένων, πολλοί από τους οποίους θα σκοτωθούν, θα διωχθούν ή θα αυτοεξοριστούν. Από τους αρχιτέκτονες, ο Ν. Μητσάκης θα φονευθεί, οι Π. Μιχαηλίδης και Σ. Παπαδάκης θα μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, οι Π. Τζελέπης, Γ. Κανδύλης , Ι. Ξενάκης, Α. Προβελέγγιος θα εργασθούν στη Γαλλία και ο Ι. Δεσποτόπουλος θα διωχθεί λόγω φρονημάτων από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων και θα καταφύγει στη Σουηδία. Άλλοι, όπως οι Α. Σιάγας, Κ. Παναγιωτάκος και Β. Δούρας, θα αδρανοποιηθούν στο πλαίσιο του ελληνικού Δημοσίου. Από τους λίγους που διακριθούν για την ενεργό παρουσία τους και την αρχιτεκτονική δημιουργία με τις αρχές του μοντερνισμού θα είναι οι Θ. Βαλεντής και Π. Καραντινός.

 

Μετά το 1950 η Ελλάδα θα εισέλθει στη λεγόμενη περίοδο της «Ανασυγκρότησης», όπου θα προσπαθήσει να ορθοποδήσει εκτελώντας μια εκτεταμένη σειρά ιδιωτικών αλλά και σημαντικών δημοσίων έργων (λιμάνια, δρόμοι, γέφυρες, οικιστικά συγκροτήματα, αναπλάσεις περιοχών κ.λπ.), μεταξύ των οποίων θα κατασκευασθούν μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας έργα.

 

 

 

Η αρχιτεκτονική δημιουργία

 

Από τον Μεσοπόλεμο, όπου η γενιά του ’30 έθεσε το πρόβλημα της «ελληνικότητας», η λόγια αρχιτεκτονική του το-που μας θα κινηθεί ανάμεσα στο δίπολο «Ελληνική Αρχιτεκτονική Παράδοση - Διεθνής Μοντέρνα Αρχιτεκτονική». Δεδομένου του ειδικού βάρους και της σημασίας που έχει η παλαιότερη ελληνική αρχιτεκτονική, όχι μόνο για τον τόπο αλλά και για την παγκόσμια κοινότητα, η κίνηση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους, και ιδιαίτερα για αυτούς που πίστευαν πως η ελληνικότητα πρέπει να εκφρασθεί στη σύγχρονη δημιουργία, ήταν πάντοτε δυσχερής και ορισμένες φορές επώδυνη και φορτωμένη με ατυχείς εκφράσεις. Αυτοί που κατόρθωσαν να δώσουν επιτυχείς απαντήσεις στο πρόβλημα ήταν και διανοούμενοι και ταλαντούχοι αρχιτέκτονες. Έτσι το αρχιτεκτονικό έργο στην περίοδο 1950-70 είναι δυνατό να ιδωθεί αφ’ ενός διαχρονικά και αφ’ ετέρου μέσα από τη σχέση «ελληνικού» και «διεθνούς».

 

Στη συνέχεια, η αρχιτεκτονική της εποχής θα παρουσιασθεί μέσω μιας σειράς έργων, με την επισήμανση ότι όσα θα ακολουθήσουν δεν αφορούν το σύνολο του αρχιτεκτονικού έργου, παρά τη «λόγια αρχιτεκτονική», η οποία συνίσταται κυρίως στις επιλογές της εύπορης τάξης και του ελληνικού Δημοσίου, που ήταν άλλωστε και οι εργοδότες των αρχιτεκτόνων της εποχής. Με πρώτη την κατηγορία των κτηρίων, τα οποία με κάποιο τρόπο προσπαθούν να αποκτήσουν μια ταυτότητα που να σχετίζεται με την έννοια της λεγόμενης «ελληνικότητας», παρατίθενται τα παρακάτω.

 

Η πολυπληθέστερη κατηγορία κτηρίων που κατασκευάζονται στις μεγάλες πόλεις από τις αρχές της δεκαετίας 1950-60 είναι οι πολυκατοικίες, τις οποίες οικοδομούν ιδιώτες εργολάβοι με το σύστημα της αντιπαροχής. Από όσες έχουν κατασκευασθεί σε κεντρικές περιοχές των Αθηνών, καθίσταται αντιληπτό ότι οι μορφές των προπολεμικών πολυκατοικιών που έχουν σχεδιασθεί σύμφωνα με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος δεν είναι ιδιαίτερα αρεστές. Με στοιχεία του κλασικού ρυθμού (κορνίζες με κυμάτια, ανάγλυφες ορθομαρμαρώσεις, κλασικίζοντα κιγκλιδώματα, κίονες) αρχιτέκτονες της εποχής θα προσπαθήσουν να απαλύνουν την εντύπωση της «καθαρής» και «γυμνής» επιφάνειας του αρτιφισιέλ, που φαίνεται ότι πλέον ενοχλεί. Χαρακτηριστικές είναι οι πολυκατοικίες που σχεδίασαν στην Αθήνα οι αρχιτέκτονες Κ. Καψαμπέλης.

 

Η στροφή προς τον κλασικό ρυθμό δεν αφορά μόνο τις πολυκατοικίες. Χαρακτηριστικά είναι τα κτήρια της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Αθήνα με αρχιτέκτονα τον Ι. Αντωνιάδη (1958) και του Θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη με αρχιτέκτονα τον Β. Κασσάνδρα (1952-62).

 

Ενώ όμως στα κέντρα των μεγάλων πόλεων επανακάμπτει ο κλασικός ρυθμός έστω και σε διακοσμητικό επίπεδο, στα προάστια και στους τόπους παραθερισμού, όπου κτίζονται επαύλεις, υιοθετείται ένα «λεξιλόγιο» μορφών δανεισμένο από την ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, κυρίως ως κυβόσχημο νησιώτικο με τόξα ή βορειοελλαδίτικο υψίκορμο με στέγη.

 

Πολύ σημαντικό για τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική είναι το έργο του Δημήτρη Πικιώνη που προέρχεται από τη γενιά των διανοουμένων του ’30. O Πικιώνης (1887-1968) υπήρξε αρχιτέκτονας, πολεοδόμος, ζωγράφος, σκηνογράφος αλλά και φιλόσοφος που σφράγισε με το πολύπλευρο έργο του την πορεία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι επί 35 έτη θήτευσε ως καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Ένα από τα σημαντικότερα άρθρα του, «Η λαϊκή μας τέχνη κι εμείς», που γράφτηκε το 1927 στο πλαίσιο σχετικής κριτικής μελέτης, αναφέρεται κυρίως στην ανώνυμη λαϊκή αρχιτεκτονική, την οποία υμνεί και προβάλλει μέσα από το αρχιτεκτονικό του έργο λειτουργώντας ως ποιητής, τόσο με την καλλιτεχνική έννοια του όρου, όσο και με την κυριολεκτική: σε πολλά έργα του, παρευρισκόμενος στην εκτέλεσή τους όπου έκανε επιτόπιες συνθέσεις, λειτουργούσε σαν να τοποθετεί τα αρχιτεκτονικά μέλη με τα δικά του χέρια.

 

Κορυφαίο έργο του Πικιώνη είναι η διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη και το λόφο του Φιλοπάππου (1954-57). Εκεί ο αρχιτέκτων θα συνθέσει με μοναδική ευαισθησία ένα δίκτυο πεζοδρόμων και καθιστικών, και θα αναμορφώσει το παλαιό ναΰδριο του Αϊ-Δημήτρη Λουμπαρδιάρη. Πρόκειται για έργο που στην κατηγορία του θεωρείται αξεπέραστο, δεδομένου ότι πέραν των συνήθων αρετών τού κάθε επιτυχημένου αρχιτεκτονήματος είναι άριστο δείγμα ένταξης στο περιβάλλον (φυσικό και πολιτιστικό) αλλά και φορέας της έννοιας «ελληνικότητα», που κατά καιρούς παρεξηγήθηκε επικίνδυνα.  Αξιόλογα έργα του αρχιτέκτονα είναι επίσης η Παιδική Χαρά στη Φιλοθέη, η οικία Ποταμιάνου στη Φιλοθέη με σαφείς επιρροές από τη βορειοελλαδίτικη λαϊκή αρχιτεκτονική και η οικία Γκαρή στο Ψυχικό, όπου οι επιρροές προέρχονται από την κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική.

 

Την αρχιτεκτονική δημιουργία της εποχής θα σφραγίσει και ο Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) που έζησε και εργάστηκε από το τέλος μιας εποχής, της προπολεμικής, μέχρι τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα της μεταπολίτευσης. Με το πολύπλευρο αρχιτεκτονικό και θεωρητικό έργο του συνδέει το ιστορικό παρελθόν, τον λαϊκό πολιτισμό και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, και αναζητεί την ποιότητα στην αρχιτεκτονική διατρέχοντας από τα αρχαία κτίσματα, τα ταπεινά δημιουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής μέχρι τη σύγχρονη αρχιτεκτονική, μέσα στο ελληνικό φυσικό τοπίο. Πιστεύει ότι η μεγάλη αξία της λαϊκής αρχιτεκτονικής βρίσκεται στην αρμονική σχέση έργου και τόπου, όπου η έννοια τόπος εμπεριέχει και τη φύση και τον άνθρωπο (τοπική κοινωνία), απορρίπτοντας ταυτόχρονα τον έρωτα που επικεντρώθηκε στη μορφολογία της. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε μαχητής και ανυποχώρητος στις θέσεις του και στηλίτευσε τα κακώς κείμενα στον τρόπο που κτίζουμε. Οι απόψεις του θα διατυπωθούν πολύ νωρίς στα δύο πρώτα του βιβλία: Δύο «χωριά» απ’ τη Μύκονο (το 1947 σε ηλικία 34 ετών) και Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια (το 1950 σε ηλικία 37 ετών). Στο τρίτο του βιβλίο, Στοιχεία αυτογνωσίας (το 1975 σε ηλικία 62 ετών), τονίζει ότι η μελέτη της ελληνικής αρχιτεκτονικής του παρελθόντος είναι χρήσιμη και απαραίτητη μόνο ως στοιχείο της αυτογνωσίας των αρχιτεκτόνων και ότι η αξία της προέρχεται από το γεγονός ότι η ανάγκη (λειτουργία), η κατασκευή (τρόπος δόμησης) και η μορφή βρίσκονται σε μια ισορροπημένη σχέση, όντας ταυτόχρονα σε μια αρμονική σχέση με το φυσικό περιβάλλον.  Στον Κωνσταντινίδη θα δοθεί η ευκαιρία να πραγματοποιήσει τις ιδέες του μέσα από μια σειρά σημαντικών δημοσίων κτηρίων, αλλά και μέσα από μια μικρότερης κλίμακας σειρά ιδιωτικών. Στα πρώτα ανήκουν τα συγκροτήματα εργατικών οικιών, η σειρά των ξενοδοχείων του ΕOΤ (Ξενία) και τα αρχαιολογικά μουσεία Ιωαννίνων (1965-66) και Κομοτηνής (1967). Από τα τουριστικά, σημαντικά έργα του είναι το Ξενία Άνδρου (1958), το Ξενία Καλαμπάκας (1960) και το Ξενία Μυκόνου (1960). Από τα ιδιωτικά, η μονοκατοικία στο Παγκράτι (1961) και η οικία διακοπών στην Ανάβυσσο (1961-62).

 

Την περίοδο 1956-60 με φορέα το ελληνικό δημόσιο θα κατασκευασθεί ο οικισμός Καμάρι στη Σαντορίνη.

 

Το έργο αυτό, που σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Κ. Δεκαβάλλα, Β. Γρηγοριάδη, Γ. Ζέρβα, Σ. Κονταράτο και Β. Μπογάκο, αποτελεί δείγμα άριστης ένταξης σύγχρονης κατασκευής σε παραδοσιακό οικισμό. Αντίστοιχης κατηγορίας και ποιότητας είναι η κατοικία του αρχιτέκτονα Κλ. Κραντονέλλη (1962-63) που βρίσκεται στην Πλάκα.

 

Όσον αφορά στην κατηγορία των κτηρίων που δεν φαίνεται να ενσωματώνουν κάποιο ισχυρό προβληματισμό για τη λεγόμενη «ελληνικότητα», αλλά ακολουθούν τις διεθνείς αρχές του μοντέρνου κινήματος, από τα πρώτα μεταπολεμικά είναι το κτήριο γραφείων του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας στην Αθήνα (1949) που σχεδίασε ο αρχιτέκτων και καθηγητής των Συνθέσεων στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, Θουκυδίδης Βαλεντής.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950-60 θα εμφανισθεί ένας νέος αρχιτέκτονας του οποίου το έργο θα σφραγίσει τη νεοελληνική αρχιτεκτονική. Πρόκειται για τον Νίκο Βαλσαμάκη, χαρακτηριστικά έργα του οποίου είναι το Ξενοδοχείο Αμαλία (1957) και οι πολυκατοικίες των οδών Σεμιτέλου 5, Σεμιτέλου & Βασ. Σοφίας (1954), Μαυρομματαίων 41 (1955) στην Αθήνα. O Βαλσαμάκης θα σχεδιάσει επίσης και μια σειρά μονοκατοικιών, όπως την οικία Λαναρά στην Ανάβυσσο (1963) και την οικία της οικογένειάς του στη Φιλοθέη). Γενικά το έργο του χαρακτηρίζεται από τις αρχές του μοντέρνου κινήματος, ταυτόχρονα όμως με μια ιδιαίτερη απλότητα και λιτότητα, γνωστή και στην ελληνική αρχιτεκτονική παράδοση.

 

Τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική θα σφραγίσει επίσης ένας άλλος σημαντικός αρχιτέκτονας, ατυχώς όμως με βραχύ βίο, ο Τάκης Ζενέτος (1926-1977). Στον σύντομο βίο του, σχεδίασε και υλοποίησε πολλά σημαντικά έργα διεθνούς εμβέλειας (μονοκατοικίες, πολυκατοικίες, κτήρια γραφείων, εργοστάσια, ξενοδοχεία, σχολεία κ.λπ.), ενώ παράλληλα εκπόνησε και πολεοδομικές μελέτες. Ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος, με έντονο τον προβληματισμό για το μέλλον της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας, ίσως ένας οραματιστής που προηγήθηκε της εποχής του. Από τα πιο σημαντικά του έργα είναι το εργοστάσιο FIX, οι μονοκατοικίες στο Ψυχικό (1961), τη Γλυφάδα (1961) και το Καβούρι (1964), το μεταλλικής κατασκευής Θέατρο του Λυκαβηττού (1964) και, από τα τελευταία του έργα, το Γυμνάσιο-Λύκειο του Αγίου Δημητρίου Αττικής. Το κτήριο αυτό, γνωστό και ως «στρογγυλό σχολείο», σχεδιάστηκε το 1969, ολοκληρώθηκε από τον OΣΚ το 1974 και ανακαινίστηκε πρόσφατα. Αποτελεί μια δυναμική μορφή, πρωτοφανή για την εποχή του, και ενσωματώνει τους οραματισμούς του αρχιτέκτονα για την εκπαίδευση του μέλλοντος, βασισμένη στη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων.

 

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η περίπτωση των Κωνσταντίνου Δοξιάδη (1913-75) με σημαντικό αρχιτεκτονικό αλλά κυρίως πολεοδομικό έργο. O Δοξιάδης είναι ο μοναδικός Έλληνας αρχιτέκτονας με παγκόσμια φήμη, και αυτό οφείλεται στο σχεδιασμό πολεοδομικών συγκροτημάτων σε όλο τον κόσμο, δυτικό και ανατολικό. Το πιο σημαντικό είναι το κτηριακό συγκρότημα των γραφείων του που βρίσκεται στην Αθήνα.

 

Στο πλαίσιο του έργου της διαμόρφωσης της περιοχής γύρω από την Ακρόπολη, ο αρχιτέκτων Προκόπης Βασιλειάδης θα σχεδιάσει το εστιατόριο «Διόνυσος» απέναντι από την Ακρόπολη. Έργο του αρχιτέκτονα είναι και η οικία της Ελένης Βλάχου στη Μύκονο.

 

Σημαντική είναι και η παρουσία του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Αριστομένη Προβελέγγιου. Πρωτοποριακό για την εποχή έργο του, και ίσως μοναδικό για την εκφραστική του τόλμη, είναι η κατοικία και ατελιέ του ζωγράφου και τεχνοκριτικού Τώνη Σπητέρη στην Αθήνα.

 

Στο πλαίσιο της τουριστικής ανάπτυξης της Αττικής, θα κατασκευασθούν δύο πολύ σημαντικά για το μέγεθος και την αρχιτεκτονική τους ξενοδοχεία, το Χίλτον στην Αθήνα (1958-63) και το Μοντ Παρνέ στην Πάρνηθα (1958-61). Το πρώτο, που ανήκει στην ομώνυμη εταιρία αμερικανικών συμφερόντων, θα σχεδιασθεί από την ομάδα των αρχιτεκτόνων Εμ. Βουρέκα – Πρ. Βασιλειάδη – Σπ. Στάικου, και θα προκαλέσει σημαντικές διαμαρτυρίες για το μέγεθός του. Χαρακτηριστικά του τμήματα είναι η ισόγεια καφετέρια που καλύπτεται από κυκλικό κέλυφος και η μεγάλη εγχάρακτη νοτιοδυτική πλευρά του κτηρίου που σχεδιάστηκε από τον Γιάννη Μόραλη. Το Μοντ Παρνέ, που περιλαμβάνει και καζίνο, σχεδίασε ο αρχιτέκτονας και ακαδημαϊκός Παύλος Μυλωνάς.

 

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950-60 θα προκηρυχθούν σημαντικοί αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί μέσω των οποίων θα υλοποιηθούν αξιόλογα κτηριακά συγκροτήματα, ενώ παράλληλα θα διακριθούν και νέοι ταλαντούχοι αρχιτέκτονες. Τέτοιος είναι ο διαγωνισμός του 1957 για την Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα, όπου το πρώτο βραβείο θα αποσπάσει η ομάδα των αρχιτεκτόνων Φατούρου –  Μουτσόπουλου - Μυλωνά. Με ριζικές τροποποιήσεις της αρχικής μελέτης, το κτήριο θα ολοκληρωθεί το 1970.

 

Από διαγωνισμό του 1957, όπου το α΄ βραβείο θα κερδίσουν οι αρχιτέκτονες Ν. Δεσσύλας – Κονταργύρης – Α. Λαμπάκης – Π. Λουκάκης, θα κατασκευασθεί το συγκρότημα της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, και από αντίστοιχο του 1960, που θα κερδίσουν οι αρχιτέκτονες Κ. Παπαϊωάννου – Κ. Φινές, θα κατασκευασθεί το συγκρότημα της Νομικής και Θεολογικής Σχολής, επίσης του ΑΠΘ. Ένα ακόμη πανεπιστημιακό συγκρότημα, της Θεολογικής Σχολής, θα κατασκευασθεί με αρχιτεκτονικό διαγωνισμό στην Αθήνα (1964), με αρχιτέκτονες τους Λ. Καλυβίτη και Γ. Λεονάρδο.

 

Από έναν αρχιτεκτονικό διαγωνισμό (1961-62) για τον επιβατικό σταθμό του OΛΠ στον Πειραιά θα προκύψει ένα καταπληκτικό και πρωτοποριακό κτήριο (1964-69) που σχεδιάσθηκε από τους αρχιτέκτονες Ι. Λιάπη – Η. Σκρουμπέλο. Χαρακτηριστικό του κτηρίου, που αποτελεί και τοπόσημο της περιοχής, είναι το καμπυλόμορφο στέγαστρο από οπλισμένο σκυρόδεμα που αναρτάται με καλώδια από μια σειρά υποστυλωμάτων.

 

Τελειώνοντας την παρουσίαση των αρχιτεκτονικών έργων της περιόδου θεωρείται αναγκαίο να παρουσιασθούν δύο κτήρια που σχεδιάσθηκαν από δύο αρχιτέκτονες διεθνούς φήμης. Πρόκειται για την Αμερικανική Πρεσβεία (1956-61) και τον επιβατικό σταθμό στο Ανατολικό Αεροδρόμιο του Ελληνικού Αττικής (1959-63). Το πρώτο, που θα σχεδιάσει ο προερχόμενος από τη Γερμανία Walter Gropius (1883-1969).

 

Το δεύτερο σχεδιάζει ο φινλανδικής καταγωγής Eero Saarinen (1910-1961). Αξιοσημείωτο είναι ότι o σταθμός του Ελληνικού έχει σχεδιασθεί με το ορθοκανονικό σύστημα, ενώ σε δύο παλαιότερα έργα του, στο αεροδρόμιο JFK της Νέας  Υόρκης (1956-62) και το αεροδρόμιο Dulles στην Oυάσινγκτον (1958-62), ο Saarinen σχεδίασε, εντελώς διαφορετικά, δύο κτήρια στα οποία κυριαρχεί η καμπύλη μορφή.

 

Αναμφισβήτητα η μεταπολεμική περίοδος 1950-70, παρ’ όλες τις εγγενείς κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δυσχέρειες υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη για την ελληνική αρχιτεκτονική. Φαίνεται ότι αυτό εντάσσεται σε μια γενικότερη άνθηση του πολιτισμού της εποχής που εκδηλώθηκε και σε άλλους τομείς των τεχνών, όπως στη μουσική με τα έργα του Χατζιδάκη και του Θεοδωράκη, στη ζωγραφική με τον Τσαρούχη και τον Εγγονόπουλο κ.λπ.

 

Όσον αφορά την έννοια της ελληνικότητας, φαίνεται πως η σημασία της για την αρχιτεκτονική δεν είναι ασύμβατη με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος. O διεθνούς φήμης κριτικός τέχνης Sigfried Giedion, στο ιστορικής σημασίας βιβλίο του Space, Time, and Architecture αναφορικά με τη σχέση των παγκόσμιων τάσεων στην αρχιτεκτονική και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων γράφει:

«Τέτοιες τοπικές διαφοροποιήσεις έχουν κάτι παραπάνω από μια επιπόλαια σημασία. Oι χώρες που αποδέχθηκαν τη σύγχρονη αρχιτεκτονική ως ένα είδος παγκόσμιου νομίσματος, ως ένα σύνολο από συγκεκριμένες μορφές που κράτη-σαν την πλήρη αξία τους οπουδήποτε και να είχαν μεταφυτευθεί, προσκάλεσαν την αρχιτεκτονική χρεοκοπία. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια παγκοσμίως εφαρμόσιμη συνταγή αρχιτεκτονικής διακόσμησης. Είναι μεν ένα πάρα πολύ σημαντικό προϊόν της συνολικής μας περιόδου, ώστε δεν μπορεί να μην εκθέτει παγκόσμιες τάσεις, όμως, από την άλλη πλευρά, ενδιαφέρεται τόσο για τα προ-βλήματα της πραγματικής ζωής που δεν μπορεί να αγνοήσει τις τοπικές διαφοροποιήσεις σε ανάγκες, συνήθειες και υλικά.  Η Φινλανδία κάτω από την ηγεσία του Alvar Aalto έχει δείξει πως μπορούν να γίνουν συνεισφορές στην παγκόσμια αρχιτεκτονική, μέσα από λύσεις προσαρμοσμένες στις ειδικές συνθήκες του εθνικού τόπου».

 

 

Αρχιτεκτονικές Επιρροές

Αρχιτεκτονικές Επιρροές

Νεοκλασικισμός

 

Ο Νεοκλασικισμός ήταν ένα ρεύμα το οποίο βρήκε πρόσφορο έδαφος μέσα στο γενικό κλίμα που επικρατούσε μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, που επιδίωκε την σύνδεση με το παρελθόν και ταυτόχρονα την ένταξη σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο.

 

Είναι ένα ρεύμα που εκφράζει το θεωρητικό πρόβλημα της εποχής, την επαναστατική ορμή και τα υψηλά οράματα της κοινωνίας. Η ελληνική τέχνη αναγνωρίζεται ως ο «ιδανικός τύπος» τέχνης και μέσα από την μίμησή της ο καλλιτέχνης του νεοκλασικισμού στοχεύει στην μίμηση της φύσης και συνεπώς του ιδεώδους ότι τα έργα των καλλιτεχνών θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται από την «ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο» των έργων της κλασικής αρχαιότητας. Ο νεοκλασικισμός και συνεπώς οι καλλιτέχνες που ασχολούνται με αυτό το ρεύμα επιδιώκουν την μετάδοση των αισθηματικών αρχών που πηγάζουν από την πίστη, στην αρμονία της φύσης, στην λογική και στην αντανάκλαση της ηθικής διαύγειας, της απλότητας και της κάθαρσης.

 

Όσον αφορά στην αρχιτεκτονική ολόκληρη η μορφή του ελληνικού ναού αντιγράφεται στις αρχιτεκτονικές δημιουργίες του Νεοκλασικισμού. Οι ρυθμοί της κλασικής αρχαιότητας σιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της συμμετρίας και της αναλογίας των μερών. Τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του είναι η σταθερότητα, η στιβαρότητα και η μεγαλοπρέπεια και πηγάζουν από την επιθυμία να δημιουργηθεί ένας κόσμος αγνός, απλός, μεγαλειώδης, αντίστοιχος με τον κλασικό. Χαρακτηριστικά: μονόχρωμες, καθαρές επιφάνειες με γραμμικές διακοσμήσεις και ελάχιστα ανάγλυφα στοιχεία, για το αέτωμα, τις ελεύθερες κιονοστοιχίες και τις άλλες λεπτομέρειες που συναντούν στους αρχαίους κλασικούς χρόνους.

 

Ερνέστος Τσίλερ

Ένας από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες του ρεύματος αυτού ήταν ο Ερνέστος Τσίλερ. Ο Τσίλερ ήρθε στην Ελλάδα για να εργαστεί ως πληρεξούσιος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος του Θεόφιλου Χάνσεν. Ήταν αντιπροσωπευτικός του ελληνικού κλασικισμού και τα οικοδομήματά του καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την νεοελληνική αρχιτεκτονική, από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους και μετά. Σχεδίασε αρκετά κτήρια όπως το Εθνικό Θέατρο, τα μέγαρα Πεζματζόγλου και Σταθάτου, την πρόσοψη του Αρχαιολογικού μουσείου της Αθήνας, το Μέγαρο στην οδό Ηρώδου Αττικού, την Σχολή Ευελπίδων, την Ακαδημία Αθηνών και την Εθνική Βιβλιοθήκη.

 

Σε αναγνώριση όλων όσων είχε προσφέρει όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, έγινα διευθυντής δημοσίων έργων στο υπουργείο εσωτερικών και αργότερα διορίστηκε καθηγητής της αρχιτεκτονικής στην Σχολή καλών τεχνών της Αθήνας, θέση που διατήρησε για δέκα χρόνια. Έκτισε περίπου  πεντακόσιες οικοδομές στην Αθήνα, τον Πειραιά τα περίχωρα, τα νησιά και άλλα μέρη της χώρας. Ανάμεσα τους περιλαμβάνονται θέατρα, ναοί, δημόσια κτίρια, σχολεία, πολυκατοικίες κ.α. Θεωρείται καλλιτέχνης που σχεδόν αδιαφορούσε για το εμπορικό μέρος  της εργασίας του ενώ παραμένει μέχρι και σήμερα ένας από τους ικανότερους αρχιτέκτονες της Ελλάδας.

 

 

Τα κτήρια

 

Τα περισσότερα κτίρια της Αθήνας είναι νεοκλασικά ή τουλάχιστον ήταν πριν αρχίσουν να κατεδαφίζονται για την ανέγερση πολυκατοικιών που θα συνέβαλαν στην εξοικονόμηση χώρου.

 

Κάποια από αυτά που σώζονται μέχρι σήμερα είναι τα παρακάτω:

 

Τα παλαιά Ανάκτορα

 

Τα Παλαιά Ανάκτορα είναι ένα από τα πρώτα Νεοκλασικά κτήρια της πόλης. Είναι ένα κτήριο διακοσμημένο με δωρικούς κίονες αλλά και συγχρόνως είναι πολύ επιβλητικό με μεγάλη προσοχή στη συμμετρία. Τα ανάκτορα είναι ένα έργο του αρχιτέκτονα Γκέρτνερ από την Βαυαρία. Την όψη του νεοκλασικού αυτού κτηρίου την εκπροσωπούν τα εξής στοιχεία :1)Η ελαφρά προεξέχουσα βάση του κτηρίου. Χάρη σε αυτήν σχηματίζεται και το ισόγειο. 2)Τα δύο αετώματα στη δυτική και την ανατολική όψη. 3)Το κτήριο περιβάλλουν τρεις ζώνες που ενώνουν τα παράθυρα κάθε ορόφου δίνοντας ωραία αισθητική εικόνα. 4)Το μεγάλο γείσο με τα διακοσμητικά ακρωτήρια που βρίσκονται στην επίστεψη του κτηρίου. 5)Τα πλαίσια των ανοιγμάτων που βρίσκονται στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο και καταλήγουν με γείσα. 6)Δύο ιωνικά πρόπυλα και η στοά με τους δωρικούς κίονες. 7)Τα πρόπυλα που βρίσκονται στην δυτική και ανατολική όψη.

 


 

Αθηναϊκή Τριλογία (έργο του Δανού αρχιτέκτονα Χάνσεν)

ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ - ΑΚΑΔΗΜΙΑ

 

To κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης είναι το 1o κτήριο της Νεοκλασικής Τριλογίας. Αυτό το κτήριο αποτελείται από 3 επιμέρους οικοδομήματα, όπου το μεσαίο είναι το αναγνωστήριο με περιμετρικούς κίονες δωρικού ρυθμού και γυάλινη οροφή. Η διπλή σκάλα αναγεννησιακού ρυθμού που οδηγεί στο πρόπυλο είναι το εντυπωσιακότερο του αρχιτεκτονικό στοιχείο του.

 

Το Πανεπιστήμιο είναι το 2ο κτίριο της περίφημης Νεοκλασικής Τριλογίας. Αποτελείται από ένα σύνολο κτιρίων που ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα διπλό Τ  και 2 αυλές. Το ιωνικό πρόπυλο που βρίσκεται στην πρόσοψη του, του δίνει μία αυστηρή συμμετρία. Επίσης οι τοιχογραφίες της πρόσοψης είναι αξιοπρόσεκτες με κλασικά θέματα. Μεγάλη προσοχή προκαλούν και το σιντριβάνι αλλά και η κυκλική σκάλα. Αγάλματα αλλά και τοιχογραφίες κοσμούν το εσωτερικό του κτιρίου.

 

Η Ακαδημία Αθηνών είναι το 3ο κτίριο της Νεοκλασικής Τριλογίας. Αποτελείται από αυτοτελή τμήματα που σχηματίζουν ένα σύνολο όγκων. Το κεντρικό κτίριο συνδέετε με τις 2 πλαϊνές πτέρυγες μέσω ενός διαδρόμου. Το πρόπυλο έχει στοιχεία που προέρχονται από την ανατολική πλευρά του Ερεχθείου, στην Ακρόπολη. Τα πιο εντυπωσιακό στο κυρίως κτίριο είναι το πρόπυλο του και το μεγάλο αέτωμα. Αξιοπρόσεκτοι είναι και οι 2 κίονες ιωνικού ρυθμού που βρίσκονται στην είσοδο της Ακαδημίας όπου έχουν στην κορυφή τους τα αγάλματα του Απόλλωνα και της Αθηνάς. Το μάρμαρο είναι το κύριο υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή.

 


 

Κάποια ενδεικτικά κτήρια

 

Μέγαρο Μελά


Το Μέγαρο Μελά που βρίσκεται στην οδό Αιόλου είναι έργο του Ερνέστου Τσίλερ. Εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία του κτίσματος είναι οι 4 γωνιαίοι πυργίσκοι του, το κομψό κεντρικό αίθριο στο ισόγειο, οι διακοσμητικές καρυάτιδες αλλά και τα κυκλικά μετάλλια με τις κεφαλές του Ερμή.

 

 

Ιλίου Μέλαθρον

 

Αυτό το κτήριο είναι έργο του Τσίλερ αλλά κατοίκησε εκεί ο Σλήμαν. Η δίδυμη σκάλα στη βορινή του όψη αποτελεί ένα σημαντικό χαρακτηριστικό στην αρχιτεκτονική του κτιρίου, ενώ κιονοστοιχίες με κίονες ιωνικού ρυθμού κοσμούν την πρόσοψη και τους 2 ορόφους του κτιρίου. Εσωτερικά υπάρχουν εντυπωσιακές τοιχογραφίες με θέματα επηρεασμένα από την τεχνοτροπία των τοιχογραφιών της Πομπηίας, από τα ευρήματα της Τροίας αλλά και διάφορα τοπία.

 

 

Ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος

 

Το ξενοδοχείο αυτό βρίσκεται στην πλατεία Ομονοίας 19 και Αθήνας. Οικοδομήθηκε το 1889 από τον αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ. Η ανέγερση του έφερε μία νέα εποχή στα ξενοδοχεία της Αθήνας γιατί ήταν πολύ εντυπωσιακό με μεγάλο μέγεθος και ωραία πρόσοψη και εσωτερικό. Χαρακτηριστικό του είναι το υαλοσκεπές αίθριο πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι λειτουργίες του κτηρίου. Στην αρχή ήταν τριώροφο όμως έπειτα προστέθηκε άλλος ένας όροφος με αποτέλεσμα να φύγουν τα αγάλματα που υπήρχαν στη στέψη.

 

 

Ξενοδοχείο Μπάγκειον

 

Βρίσκεται απέναντι από το ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος και είναι έργο του Τσίλερ. Είναι το δίδυμο ξενοδοχείο του Μέγα Αλεξάνδρου. Είχε μεγάλη ανθεκτικότητα γιατί λειτουργούσε έως το 1969.

 

 

PETIT PALAIS (ιταλική πρεσβεία)

 

Το μέγαρο στη γωνία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με την οδό Σέκερη οικοδομήθηκε περί το 1885, επάνω σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ (1837-1923), για λογαριασμό του Στέφανου Ψύχα. Το 1903 αγοράστηκε από τον γιο του βασιλιά Γεώργιου Α', πρίγκιπα Νικόλαο, ο οποίος, αφού προέβη σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά, εγκαταστάθηκε εκεί το 1904, με τη σύζυγό του Ρωσίδα Μεγάλη Δούκισσα Ελένη. Μετά την έξ ωση της βασιλικής δυναστείας, το 1923, το μέγαρο νοικιάστηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως παράρτημα του ξενοδοχείου "Μεγάλη Βρετανία" και μετασκευάστηκε σε ένα μικρό πολυτελές ξενοδοχείο των 60 κλινών, το οποίο λειτούργησε έως το 1933, υπό την ονομασία Petit Palais. Αργότερα (ήδη το 1953) εγκαταστάθηκε και εξακολουθεί να στεγάζεται εκεί η Ιταλική Πρεσβεία.

 

 

Δημαρχείο Αθηνών

 

Η ανέγερση δημοτικού μεγάρου στην πρωτεύουσα αποφασίστηκε το 1871. Η μελέτη και τα σχέδια εκπονήθηκαν το 1872 από τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκο (1810-1878) και η οικοδομή είχε ολοκληρωθεί το 1874. Επρόκειτο για ένα διώροφο (αρχικά) κεραμοσκεπές κτίριο, με συμμετρική μορφολογική οργάνωση και δωρικό πρόπυλο, αυστηρού νεοκλασικού ρυθμού, έντονα επηρεασμένο από την αρχιτεκτονική των Ανακτόρων της πλατείας Συντάγματος (σημερινής Βουλής) και σε συνάφεια με το γειτονικό Βαρβάκειο (επίσης έργο του Κάλκου, που δεν υπάρχει πλέον). Οι πρώτες μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν ήδη το 1901 (επί δημαρχίας Σπ. Μερκούρη), ενώ το 1935-1937 (επί δημαρχίας Κ. Κοτζιά και Α. Πλυτά), προστέθηκε ο τρίτος όροφος, αφαιρέθηκαν μια σειρά από διακοσμητικά στοιχεία των όψεων και επενδύθηκε η βάση του κτιρίου με μαρμάρινες πλάκες. Το κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1989 και το 1994-1995 πραγματοποιήθηκε η αποκατάστασή του, συμπεριλαμβανομένης της επαναφοράς ορισμένων μορφοπλαστικών στοιχείων του 19ου αιώνα (γείσων, πλαισίων, κορνιζών και παραστάδων) στον πρώτο όροφο και της διατήρησης του δευτέρου, που κρίθηκε ότι εκφράζει μια φάση της ιστορίας του Δημαρχείου Αθηνών (βάσει μελέτης του αρχιτέκτονα Μ. Δανιήλ).

 

 

Εθνική Κτηματική Τράπεζα

 

Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου 40 οικοδομήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και, για ένα μεγάλο διάστημα της ύπαρξής του, έχει στεγάσει τραπεζικά καταστήματα. Αρχικά απετέλεσε την έδρα της Λαϊκής Τράπεζας (έτος ίδρυσης 1905), η οποία το 1927 απέκτησε και το απέναντι τετραώροφο μέγαρο, στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Πεσμαζόγλου (έργο του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά). Κατά τις επόμενες δεκαετίες το κτίριο υπέστη διάφορες μετατροπές (προσθήκη ορόφου, φθορά διακοσμητικών στοιχείων κ.τ.λ.). Το 1980, όταν είχε περιέλθει στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα (θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας), ο αρχιτέκτονας Αλέξανδρος Καλλιγάς (γεν. 1932) σχεδίασε μια λύση που περιλάμβανε μεν τη διατήρηση και αποκατάσταση του κτίσματος στην αρχική του μορφή, αλλά ταυτόχρονα προχωρούσε στην προσθήκη ενός τελείως μοντέρνου πολυώροφου οικοδομήματος, στον ακάλυπτο χώρο πίσω από το νεοκλασικό. Η λύση αυτή θεωρήθηκε από κάποιους ως μια χρυσή τομή ανάμεσα στη διατήρηση ενός σημαντικού μεν αλλά μικρού νεοκλασικού κτιρίου σε ένα πανάκριβο οικόπεδο στο κέντρο της πόλης αφενός και αφετέρου στην κάλυψη των συγχρόνων αναγκών της τράπεζας. Η επιλογή αυτή, παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε από αρκετούς αρχιτέκτονες, απετέλεσε τελικώς υπόδειγμα για αρκετά ανάλογα κτίρια των Αθηνών. Το 1998, η Εθνική Κτηματική Τράπεζα απορροφήθηκε πλήρως από την Εθνική Τράπεζα, στην οποία περιήλθε και το διπλό πλέον μέγαρο, το οποίο υπέστη νέες μετατροπές στην διατηρητέα πρόσοψή του (αφαίρεση των διακοσμητικών αγαλμάτων που είχαν τοποθετηθεί στη στέψη του, κ.τ.λ.).

 

 

Εθνική Τράπεζα

 

Στη θέση του κεντρικού κτηρίου της Εθνικής Τραπέζης, επί της οδού Αιόλου, υπήρχαν κατά τον 19ο αιώνα δύο χωριστά διώροφα κτίρια, οικοδομημένα κατά τη δεκαετία του 1840. Αριστερά βρισκόταν η οικία Δομνάνδου, η οποία αγοράστηκε το 1845 από τον Γεώργιο Σταύρου και στέγασε το πρώτο τραπεζικό κατάστημα της απελευθερωμένης Ελλάδας. Δεξιά βρισκόταν το ξενοδοχείο "Αγγλία" του επιχειρηματία Φραγκίσκου Φεράλδη, το οποίο αγοράστηκε με τη σειρά του μια δεκαετία αργότερα, με την επέκταση των εργασιών της τράπεζας. Τα δύο κτίρια διέθεταν τον ίδιο αριθμό ορόφων και το ίδιο ύψος, ώστε το 1899-1900 ενοποιήθηκαν με σχετική ευκολία, προκειμένου να αποτελέσουν, πλήρως ανακαινισμένα και με νέα εξωτερική διαμόρφωση σε νεοκλασικό ύφος, το ενιαίο μέγαρο που γνωρίζουμε σήμερα.

 

 

Μέγαρο Αθηνογένους

 

Το μέγαρο Αθηνογένους επί της οδού Σταδίου, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1875-1880, βάσει σχεδίων ξένου αρχιτέκτονα που εργαζόταν στην Ελλάδα. Αξιοσημείωτη θεωρείται η κεντρική νεοκλασική σύνθεση με τις ιωνικές παραστάδες στην πρόσοψη, που συνδυάζεται με στοιχεία μπαρόκ, κυρίως στην επίστεψη. Στα τέλη του 19ου αιώνα στέγασε για ένα  διάστημα την Οθωμανική Τράπεζα. Το 1989 είχε περιέλθει στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, η οποία θέλησε να το αξιοποιήσει, προτείνοντας τη διατήρηση της πρόσοψης και μέρους του εξωτερικού περιγράμματος, με παράλληλη ανέγερση οκταώροφης σύγχρονης οικοδομής πίσω του. Μετά τη γνωμοδότηση όμως του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων υπέρ της διατήρησης του συνόλου του κτιρίου, τα σχέδια δεν υλοποιήθηκαν και έκτοτε το κτίριο καταρρέει εγκαταλελειμμένο, με ακρωτηριασμένη την επίστεψη και χωρίς τον κεντρικό εξώστη του.

 

 

Μουσείο Μπενάκη

 

Το μέγαρο του Μουσείου Μπενάκη, στη γωνία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας και της οδού Κουμπάρη, όπως υφίσταται σήμερα, οικοδομήθηκε σε έξι κύριες διαδοχικές φάσεις. Το έτος 1867-1868 ανεγέρθηκε ο αρχικός πυρήνας (κτίριο Χαροκόπου), του οποίου η μορφή δεν διασώζεται σχεδόν καθόλου, καθώς μετά την αγορά του το 1910 από τον Εμμανουήλ Μπενάκη (1843-1929), αναμορφώθηκε ριζικά εξωτερικά και εσωτερικά και επεκτάθηκε, παίρνοντας περίπου τη σημερινή του μορφή, μέσα στο λεγόμενο πνεύμα "neo-antique", βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά (1862-1937), που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες εκπρόσωπους του όψιμου νεοκλασικού ρυθμού. To 1930, στο πλαίσιο της μετατροπής του κτιρίου σε μουσείο, προστέθηκε μία πτέρυγα (πρόκειται για τη νεοκλασική προσθήκη στο δυτικό άκρο της πρόσοψης της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας), ενώ αλλεπάλληλες επεκτάσεις πραγματοποιήθηκαν προς βορρά, στο πίσω μέρος του οικοπέδου, κατά τα έτη 1965 (πτέρυγα Βενιζέλου-Κυριαζή) και 1968-1973 (πτέρυγα Σταθάτου), βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Βουρέκα (1905-1993), με αποκορύφωμα τη μεγάλη πενταώροφη προσθήκη των ετών 1989-1997, σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Σ. Καλλιγά.

 

 

Ξενοδοχείο EXCELSIOR

 

Το τετραώροφο μέγαρο που δεσπόζει στη γωνία της οδού Πανεπιστημίου με την πλατεία Ομονοίας, οικοδομήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ (1837-1923). Αποτελεί χαρακτηριστικό προϊόν του λεγόμενου εκλεκτικιστικού ιστορισμού, διατηρώντας παράλληλα στοιχεία του ύστερου αθηναϊκού νεοκλασικισμού, σε μεγάλη -για την εποχή του- κλίμακα, καθώς εκτείνεται σε τρεις όψεις, επί της πλατείας Ομονοίας (15 μέτρων), επί της οδού Πανεπιστημίου (41 μέτρων) και επί της οδού Πατησίων (28 μέτρων). Για ένα μεγάλο διάστημα λειτούργησε ως ξενοδοχείο, αρχικά με την επωνυμία "Βικτώρια" (μαρτυρείται μεταξύ των ετών 1912-1926), αλλά κυρίως ως «Εξέλσιορ» (από το 1929). Επρόκειτο για ένα από τα πλέον σημαντικά ξενοδοχεία της πόλης (με 100 δωμάτια και καφέ-ζαχαροπλαστείο-ζυθοπωλείο στο ισόγειο), το οποίο μεταπολεμικά πέρασε σε φάση παρακμής, λειτουργούσε, ωστόσο, ακόμη τη δεκαετία του 1950).

 

Βαθμιαία η χρήση των ορόφων εγκαταλείφτηκε και στο ισόγειο στεγάστηκαν εμπορικά καταστήματα. Στη φάση αυτή οι όψεις και το εσωτερικό είχαν υποστεί σημαντικές καταστροφές ενώ είχαν επέλθει εκτεταμένες αλλοιώσεις στη μορφή του ισογείου. Το κτίριο πέρασε σταδιακά στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας και το 1979 οι όψεις του χαρακτηρίστηκαν ως διατηρητέες από το Υπουργείο Πολιτισμού. Μεταξύ των ετών 1979 και 1981 ανακατασκευάστηκε πλήρως εσωτερικά και αναπαλαιώθηκε εξωτερικά, πάνω σε σχέδια του αρχιτέκτονα Γ. Τσιβεριώτη.

 


 

Ρομαντισμός

 

Ο όρος Ρομαντισμός και τα παράγωγά του πρωτοεμφανίστηκαν στην Αγγλία τον 17ο αιώνα σε διηγήματα με ιππότες και περιπέτειες σε αφηγήσεις γύρω από τις αντιξοότητες της ζωής, σε διηγήσεις ιστορικών που βρίσκονται στην ανεκπλήρωτη αγάπη και στο πάθος. Η συναισθηματική έξαρση, το μεγαλειώδες που αντικατοπτρίζεται στο άπειρο, η απεγνωσμένη επιθυμία για κατάκτηση των υψηλότερων ιδανικών αλλά και η μελαγχολία και το πάθος είναι μερικές από τις έννοιες που εκφράζονται με τον όρο «Ρομαντισμός».

 

Με τον Ρομαντισμό ανανεώνεται η σημασία της θρησκευτικής πίστης στην καλλιτεχνική παραγωγή, εκδηλώνονται η αντίθεση και η αποδέσμευση από τα κλασικά πρότυπα, ενισχύεται η αναζήτηση του εξωτικού στοιχείου, αλλά και η επαφή με τη φύση ως αντίδραση στην αυξανόμενη αστικοποίηση. Η τέχνη γίνεται μέσο έκφρασης των ατομικών ανησυχιών του καλλιτέχνη, της φαντασίας του, των παρορμήσεων του, των ονείρων του.

 

Οι αρχιτεκτονικές επιλογές εξαρτώνται από την προτίμηση του κάθε αρχιτέκτονα για κάποιο συγκεκριμένο στυλ, από την επιθυμία να τονιστεί μέσα από την τέχνη, ή ακόμα και από την ιδιαίτερη χρήση του κάθε κτηρίου, κάποιο εθνικό συναίσθημα. Μπορεί να περιέχει στοιχεία όχι μόνο από την κλασική αρχιτεκτονική αλλά και από την αρχιτεκτονική του Μεσαίωνα.

 

Αυτή η ελεύθερη μεταφορά στοιχείων από τις προηγούμενες αρχιτεκτονικές εκφράσεις και η χρησιμοποίησή τους με στόχο το νεωτερισμό οδηγούν στα μέσα του 19ου αιώνα στο εξελιγμένο αρχιτεκτονικό στυλ του Εκλεκτικισμού.

 

Ο εκλεκτικισμός εμφανίστηκε σαν μια προσπάθεια ανανέωσης του μορφολογικού λεξιλογίου με ανάμειξη διακοσμητικών στοιχείων από διάφορα ρεύματα. Επί της ουσίας εκφράζει μια διακοσμητική αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής μορφολογίας αποδεσμευμένη από τις αυστηρές αρχές  του νεοκλασικισμού.

 

Στην Αθήνα εμφανίζεται λίγο ετερόχρονα περίπου το 1900. Βέβαια στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στη Βόρειο Ελλάδα είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται από τα μέσα του 19ου αι. δείγματα απελευθερωμένης αισθητικής αντίληψης και αισθητικού πλουραλισμού που φανερώνουν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της περιοχής.

 

Αυτή η διάθεση ανανέωσης εκφράζεται κυρίως από το ύφος της Beaux – Arts. Την εποχή αυτή  η παρισινή σχολή έχει υιοθετήσει τον εκλεκτικισµό και τον διαδίδει µε την τεράστια επιρροή που ασκεί παγκοσμίως

 

Τα χαρακτηριστικά της Αρχιτεκτονικής των BEAUX – ARTS:

  • Συμμετρία
  • Μνημειακό – επιβλητικό ύφος
  • Σύνθεση Ιστορικών τεχνοτροπιών
  • Ποιότητα στο σχεδιασµό και στην εκτέλεση των αρχιτεκτονικών λεπτομερειών
  • Πλούσιος διάκοσµος έντονα γλυπτικός
  • Πολυχρωµία.

 


 

Μοντερνισμός

 

Με τον όρο Μοντέρνα τέχνη αναφερόμαστε κυρίως στην καλλιτεχνική παραγωγή που παρατηρήθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα έως περίπου το 1970. Πολλές φορές χρησιμοποιείται και ο όρος σύγχρονη τέχνη, ωστόσο δηλώνει περισσότερο την πλέον πρόσφατη καλλιτεχνική παραγωγή. Η Μοντέρνα τέχνη χαρακτηρίζεται από μια νέα προσέγγιση στις τέχνες, τέτοια ώστε πλέον να μην έχει πρωτεύουσα σημασία η ακριβής αναπαράσταση των αντικειμένων (π.χ στη ζωγραφική ή γλυπτική) όσο ο πειραματισμός με νέους και πρωτότυπους τρόπους απεικόνισης τους, συχνά αποδομώντας το αντικείμενο ή προβάλλοντας το αφαιρετικά. Η έννοια της μοντέρνας τέχνης ταυτίζεται συχνά και με τον όρο Μοντερνισμός.

 

Η Μοντέρνα τέχνη ξεκίνησε ως ένα καλλιτεχνικό κίνημα της Δύσης, ειδικότερα στο χώρο της ζωγραφικής και κατόπιν στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική. Στα τέλη του 19ου αιώνα, αρκετές τάσεις στις τέχνες άρχισαν να ξεπροβάλλουν, όπως ο Ιμπρεσιονισμός και ο Εξπρεσιονισμός. Οι επιρροές τους ήταν ποικίλες και συχνά ετερόκλητες, από τις ανατολικές διακοσμητικές τέχνες μέχρι τις καινοτομίες του Τζόζεφ Τέρνερ και του Ντελακρουά. Την εποχή εκείνη, η επικρατούσα αντίληψη για την τέχνη ήταν πως θα έπρεπε να είναι ακριβής στην απεικόνιση των αντικειμένων της και να στοχεύει στην έκφραση του ιδανικού. Οι τάσεις της μοντέρνας τέχνης δεν στόχευαν απαραίτητα σε κάποιου είδους πρωτοπορία ή πρόοδο της τέχνης.

 

Ανάμεσα στα κινήματα μοντέρνας τέχνης που άνθισαν στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ο Φοβισμός, ο Κυβισμός, ο Εξπρεσιονισμός και ο Φουτουρισμός. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε ένα τέλος σε αυτά τα καλλιτεχνικά ρεύματα, οδήγησε ωστόσο παράλληλα στη δημιουργία αρκετών νεότερων κινημάτων (ή αντικινημάτων), όπως ο Ντανταϊσμός και ο Υπερρεαλισμός. Άλλα ρεύματα όπως το Μπαουχάουζ (Bauhaus) ή το κίνημα του Νεοπλαστικισμού βοήθησαν επίσης σημαντικά στον ερχομό νέων ιδεών στην τέχνη και ειδικότερα σε ότι αφορά τη σύνδεση της με την αρχιτεκτονική και το σχέδιο.

 

Ένα από τα «υπορρεύματα» του μοντερνισμού είναι και η Αρ Ντεκό. Υπάρχει πλήθος κτηρίων αστικής αρχιτεκτονικής στην Αθήνα, με επιρροές - λίγο-πολύ -Αρ Ντεκό αισθητικής. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, κυρίως μετά τη δεκαετία του 1930, η αρχιτεκτονική υφολογία της Αθήνας απομακρύνεται από τα καθιερωμένα πρότυπα του νεοκλασικισμού και στρέφεται, έστω και κάπως δειλά, σε νεωτεριστικές φόρμες, υιοθετώντας ευρωπαϊκές τάσεις της εποχής.

 

Οι αρχιτέκτονες του Μοντέρνου Κινήματος εμπνέονται από μοντερνιστικές εκφράσεις της Αρ Ντεκό αισθητικής, που κυριαρχούν στα μεσοπολεμικά χρόνια στις πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ο αθηναϊκός μοντερνισμός, που εκδηλώνεται στην αστική αρχιτεκτονική του νέου ρυθμού της Αρ Ντεκό, χαρακτηρίζεται από νεοτερικότητα και τολμηρούς πειραματισμούς, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις συνευρίσκεται αρμονικά με νεοκλασικά στοιχεία ή ακόμη με αρχιτεκτονικό υλικό της κεντροευρωπαϊκής αισθητικής.

 

 

Κάποια ενδεικτικά Κτήρια:

 

 

Η Μπλε πολυκατοικία

 

Η Μπλε πολυκατοικία  είναι μια από τις παλαιότερες πολυκατοικίες της Αθήνας και αποτελεί σταθμό στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Κατασκευάστηκε την περίοδο 1932-1933 για λογαριασμό της οικογένειας Αντωνόπουλου από τον αρχιτέκτονα Κυριάκο Παναγιωτάκο (1902 - 1982) και βρίσκεται στην διασταύρωση των οδών Αραχώβης & Θεμιστοκλέους στην περιοχή των Εξαρχείων.

 

H πολυκατοικία αυτή του Kυριακούλη Παναγιωτάκου αποτελεί έργο αναφοράς του ελληνικού μοντερνισμού. Kτισμένη στην πλατεία της μεσοαστικής συνοικίας των Εξαρχαρχιων ανήκει στις πρώτες αθηναϊκές πολυκατοικίες Tο κτίριο αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και έξι ορόφους. Περιλαμβάνει 38 διαμερίσματα 16 διαφορετικών τύπων και τέσσερα ισόγεια καταστήματα προς την πλευρά της πλατείας. Στο δώμα, εκτός από τους βοηθητικούς χώρους, δημιουργήθηκε εντευκτήριο για τους ενοίκους, ώστε να τους δίνει την ευκαιρία για κοινωνική επαφή. O αρχιτέκτων σχεδίασε όλες τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες και τα εντοιχισμένα έπιπλα, εκτός από τα ξύλινα ρολά και τις κλειδαριές που, μαζί με τα είδη υγιεινής και τον ειδικό ηλεκτρομηχανολογικό, παραγγέλθηκαν στη Γερμανία και την Iταλία.  O εντυπωσιακότερος νεωτερισμός αυτής της πολυκατοικίας και εκείνος που δέχτηκε την εντονότερη κριτική ήταν ο έντονος χρωματισμός της με βαθύ μπλέ και ζεστές σιέννες. O χρωματισμός αυτός, καρπός συνεργασίας του αρχιτέκτονα με τον δάσκαλό του Δημήτρη Πικιώνη και τον ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά, είναι σαφώς επηρεασμένος από ρηξικέλευθρα έργα του Bruno Taut και άλλων Eυρωπαίων πρωτοπόρων οι οποίοι πειραματίζονταν στον έντονο χρωματισμό κτιρίων από το το 1913.

 

Η τόλμη των Παναγιωτάκου και Παπαλουκά δεν δικαιώθηκε στην πράξη. H κακή γήρανση του μπλε χρώματος στις όψεις και η ανοίκεια παρουσία του στο έντονο αττικό φως απέτρεψε τη συνέχιση του πειράματος και οδήγησε στον επαναχρωματισμό της «μπλε» πολυκατοικίας με ανοιχτότερα  χρώματα.

 

 

Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

 

Το συγκρότημα του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, όπως υφίσταται σήμερα, οικοδομήθηκε σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Μεταξύ των ετών 1862-1876, ανεγέρθηκαν τα δύο κτίρια προς την οδό Πατησίων (της Σχολής Καλών Τεχνών και της Πρυτανείας) και το κεντρικό (της Αρχιτεκτονικής Σχολής), με κληροδοτήματα των ομογενών Νικολάου Στουρνάρη, Μιχαήλ και Ελένης Τοσίτσα, και συμπληρωματικά του Γεωργίου Αβέρωφ. Και τα τρία βασίστηκαν σε σχέδια του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1811-1885), του οποίου υπήρξαν "το κατ' εξοχήν" (Δ. Φιλιππίδης), το "κορυφαίο έργο" (Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ), και σε κάθε περίπτωση ένα από τα σημαντικότερα νεοελληνικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα του 19ου αιώνα. Στα δύο πρώτα, ο δωρικός ρυθμός συνδυάζεται, όπως παρατηρεί η Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, "με μια ελαφράδα και χάρη σπάνια", ενώ το τρίτο, το μνημειακό "Αβερώφειο" με το υπερυψωμένο ιωνικό πρόπυλο εμπρός και το αναγεννησιακό ημικύλινδρο ("ροτόντα") πίσω, χαρακτηρίστηκε ως μια σύνθεση όπου "η αρχαία Ελληνική τέχνη, η Ρωμαϊκή και εκείνη της Αναγεννήσεως έδωκαν τα χέρια" (Μ. Καλλιγάς-υπήρξαν, ωστόσο, και αρνητικές κριτικές, από τον σύγχρονο του αρχιτέκτονα Αν. Θεοφιλά ώς τον μεταγενέστερο Κ. Μπίρη). Κατά τον 20ό αιώνα, καθώς αυξάνονταν ολοένα οι ανάγκες του Ιδρύματος, οικοδομήθηκε αρχικά το κτίριο Γκίνη (μεταξύ των ετών 1930-1935, προς τιμή του πρύτανη Άγγελου Γκίνη) στην οδό Στουρνάρη, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη (1892-1969), απόφοιτου της γερμανικής σχολής του Berlin-Charlottenburg, εκπρόσωπου ενός ιδιόρρυθμου δυναμικού νεοακαδημαϊσμού, που προωθεί μια σύνδεση παλαιοτέρων και νεοτέρων μορφών, με παλινδρομήσεις ανάμεσα στο μοντέρνο και το κλασικό. Προς τις οδούς Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας (όπου κατά τον 19ο αιώνα είχε ανεγερθεί μηχανουργείο με καμινάδα), προστέθηκαν, τέλος, μεταπολεμικά (μεταξύ των ετών 1950-1957), οι πτέρυγες Χημικών Μηχανικών και Μηχανολόγων, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Κριεζή (1880-1967), απόφοιτου της σχολής του Μονάχου, πρώιμου εκφραστή μιας τάσης που επιδιώκει τη λειτουργικότητα και την αξιοποίηση των μοντέρνων δομικών υλικών, σε συνδυασμό με την αναζήτηση μιας "ελληνικότητας". Το συγκρότημα του Πολυτεχνείου συνδέθηκε άρρηκτα με τη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, από τη στιγμή που απετέλεσε το σκηνικό της εξέγερσης κατά του δικτατορικού καθεστώτος, τον Νοέμβριο του 1973.

 

 

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Το μέγαρο του Εθνικού (αρχικά Βασιλικού) Ιδρύματος Ερευνών, που υψώνεται στη διασταύρωση της λεωφόρου Β. Κωνσταντίνου με την οδό Β. Γεωργίου, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1965-1968, βάσει σχεδίων του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δοξιάδη και των συνεργατών του (σε οικοδομικό τετράγωνο όπου παλαιότερα ήταν εγκατεστημένοι οι στάβλοι των ανακτόρων). Η αρχική πρόταση των μελετητών για ένα «υπερμοντέρνο» γυάλινο κτίριο δεν έγινε δεκτή και, στην τελική λύση που εφαρμόστηκε, ο άκαμπτος ορθολογισμός και ο λειτουργικός δογματισμός που χαρακτήριζε τη "σχολή" Δοξιάδη, επικράτησαν έναντι της αισθητικής διάστασης (με την παρέκκλιση της μαρμάρινης επένδυσης των εξωτερικών επιφανειών). Το αμφιθέατρο διαλέξεων στερήθηκε τελικά την προβλεπόμενη πρωτοποριακή παραβολική στέγη του, ξεχωρίζει ωστόσο ο εντυπωσιακός συμπαγής ορθογώνιος όγκος της βιβλιοθήκης και, σε κάθε περίπτωση, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών παραμένει ένα επιβλητικό σύγχρονο κτίριο αξιώσεων, που επηρέασε σημαντικά την αρχιτεκτονική γοήτρου στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

 

 

Κινηματοθέατρο REX

 

Το Σικιαρίδειο μέγαρο θεαμάτων, περισσότερο γνωστό ως "Rex", οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1935 και 1937, βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Βασίλειου Κασσάνδρα (1904-1973) και Λεωνίδα Μπόνη (1896-1963), που είχαν σχεδιάσει επίσης το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, κ.ά. Περιλάμβανε έναν κινηματογράφο στο ισόγειο ("Rex"), ένα θέατρο ακριβώς πάνω από τον κινηματογράφο ("Κοτοπούλη"), κατά το μεγαλύτερο της εποχής του (αλλά και μέχρι σήμερα) και μια αίθουσα χορού στο υπόγειο (που τελικώς λειτούργησε ως κινηματογράφος επικαίρων και παιδικών έργων, "Σινεάκ"). Κατασκευασμένο με σκυρόδεμα και ειδικά μονωτικά υλικά, που αντιμετώπιζαν μεταξύ των άλλων τα ζητήματα ορίων της ακουστικής μεταξύ των διαφόρων χώρων, διαθέτει πολλά στοιχεία Art Deco, σε συνδυασμό με την αμερικανική τεχνοτροπία των χώρων θεάματος της περιόδου εκείνης, που αποτυπώνεται κυρίως στην πρόσοψή του. Το 1982 υπέστη εκτεταμένες ζημιές από πυρκαγιά, το ίδιο έτος κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο και το 1987 περιήλθε στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού. Σήμερα, ανακαινισμένο, στεγάζει δύο σκηνές του Εθνικού Θεάτρου (στο υπόγειο και τον όροφο) και ένα κέντρο διασκεδάσεως (στο ισόγειο).

 

 

Μέγαρο Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους

 

Το μέγαρο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Κοραή, οικοδομήθηκε το 1934, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη (1894-1961), απόφοιτου της γαλλικής Ecole des Beaux-Arts, σχεδιαστή, μεταξύ των άλλων, του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη. Κύρια χαρακτηριστικά η αυστηρή οργάνωση των προσόψεων και η μίξη ενός εξορθολογισμένου "μοντέρνου" κλασικισμού με τον "αρχαΐζοντα γεωμετρικό διάκοσμο" της Art Deco.

 

 

Λεόντειο Λύκειον

 

Το συγκρότημα του Λεοντείου Λυκείου στα Πατήσια οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1923-1927, με στόχο τη μεταστέγαση του σχολείου των Μαριανών αδελφών από το (ανεπαρκές πλέον) παλαιότερο κτίριο της οδού Σίνα. Σχεδιάστηκε από τον πολιτικό μηχανικό Τιμολέοντα Πασχαλίδη, απόφοιτο της γαλλικής Ecole Nationale des Ponts et Chaussées, ενώ στην επίβλεψη της ανέγερσης συμμετείχε και ο frère Marie Florentin. Οι δύο παράλληλες πτέρυγες, με τις φωτεινές τους αίθουσες και όλους τους απαραίτητους βοηθητικούς χώρους, κτισμένες με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, ήταν κατασκευαστικά ένα ιδιαίτερα μοντέρνο για την εποχή εκπαιδευτήριο, που ταυτόχρονα διατηρούσε τα μορφολογικά στοιχεία ενός ανανεωμένου κλασικισμού. Οι πρόσθετοι όροφοι και η τρίτη πτέρυγα, που οικοδομήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1970, έχουν ένα εντελώς διαφορετικό ύφος.

 

 

Μέγαρο Λιβιεράτου

 

Το μέγαρο που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Ηπείρου, οικοδομήθηκε στα 1908-1909, για λογαριασμό του Κεφαλονίτη βιομήχανου Γεράσιμου Λιβιεράτου, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη, απόφοιτου της γαλλικής Ecole des Beaux-Arts. Ο "νεομπαρόκ" ρυθμός του συνιστά μια από τις πρώτες ρήξεις με τον κλασικισμό στην Αθήνα και μια ποιοτική εφαρμογή των αρχών της Beaux-Arts. Το χαρακτηριστικό "cartouche" που υπήρχε στην ακμή της στέψης, καταστράφηκε στο σεισμό του 1981.

 

 

Ξενοδοχείο ATHENE PALACE

 

Το ξενοδοχείο στη γωνία των οδών Σταδίου και Κολοκοτρώνη οικοδομήθηκε, στην αρχική του μορφή, το 1907, βάσει σχεδίων Γάλλου αρχιτέκτονα, για λογαριασμό του Αλέξανδρου Αφεντούλη. Την κατασκευή ανέλαβε ο πολιτικός μηχανικός Ηλίας Αγγελόπουλος, ενώ την πρόσοψη επιμελήθηκε ο επίσης πολιτικός μηχανικός Α. Μπαλάνος. Θεωρείται η πρώτη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα στην Ελλάδα και έχει ενδιαφέρον ότι, ενώ με το νέο υλικό ήταν εφικτή η στήριξη των εξωστών, καθώς και η στέγαση με δώμα, η ιδιοκτησία απαίτησε μαρμάρινα φουρούσια και κεραμοσκεπή, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κρατούσα νοοτροπία δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί τις αισθητικές συνέπειες των τεχνολογικών εξελίξεων. Το ξενοδοχείο λειτούργησε αρχικά με την επωνυμία "Γεώργιος", σύντομα όμως μετονομάστηκε σε "Ίλιον Παλλάς" (μαρτυρείται μεταξύ των ετών 1912-1926) και αργότερα σε "Σπλέντιτ" (μαρτυρείται το 1933). Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του 20ού αιώνα, στο ισόγειο επί της οδού Σταδίου στεγαζόταν η "Πανελλήνιος Αγορά". Μετά τον πόλεμο (1950), πραγματοποιήθηκε προσθήκη δύο ορόφων και ριζική εξωτερική και εσωτερική ανακαίνιση του υπάρχοντος μεγάρου (διατηρήθηκε μόνον ο φέρων οργανισμός), από τον αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Βουρέκα (1905-1992), με μια τεχνοτροπία που η καθηγήτρια Ελένη Φέσσα-Εμμανουήλ χαρακτηρίζει "κλασικομοντέρνα", και η οποία κυριαρχούσε στα "κτίρια γοήτρου" του ιδιωτικού τομέα κατά τη δεκαετία του 1950. Έκτοτε συνεχίζει να λειτουργεί ως ξενοδοχείο με την νέα του επωνυμία "Αθήναιον Μέλαθρον" ("Athénée Palace").

 

 

Ξενοδοχείο HILTON

 

Το ξενοδοχείο "Hilton" των Αθηνών οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1958-1963, βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Εμμανουήλ Βουρέκα (1905-1993), Προκόπη Βασιλειάδη (1912-1977) και Σπύρου Στάικου. Υπήρξε "το πρώτο σημείο οπτικής έξαρσης" στην μεταπολεμική Αθήνα, το πρώτο δείγμα μιας "αρχιτεκτονικής γοήτρου", συμβολικής γενικότερα των οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών εξελίξεων της εποχής εκείνης και ειδικότερα της εισόδου της χώρας στην παγκόσμια τουριστική αγορά πολυτελείας. Ακόμη και η απλή καταγραφή της θυελλώδους διαμάχης που προκάλεσε η ανέγερσή του (στο αρχιτεκτονικό, πολεοδομικό, πολιτιστικό και πολιτικό επίπεδο), θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό βιβλίο. Αν και ανήκει στην τυπολογία των μεγάλων κοσμοπολίτικων ξενοδοχείων, η εξωτερική κυρίως μορφή του παρουσιάζει κάποια πρωτοτυπία, χάρις στη σύνθεση που επιδιώχθηκε ανάμεσα στο μοντέρνο και το κλασικό, ενώ η χρήση του πεντελικού μαρμάρου και οι μνημειώδεις ανάγλυφες συνθέσεις του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη, με την αρχαϊκή τους θεματολογία, επιχειρούν να δώσουν μια "ελληνική" πινελιά. Η βασική επιτυχία από αρχιτεκτονικής πλευράς συνίσταται στο στήσιμο "ενός περίοπτου κτιρίου αξιώσεων σε ένα δύσκολο οικόπεδο", όπου ο κοίλος άξονας και άλλες λύσεις που επελέγησαν, καταφέρνουν ώς ένα βαθμό να μειώσουν την ακαμψία του όγκου. Μεταξύ των ετών 2001-2003 πραγματοποιήθηκε μια "μινιμαλιστική" παρέμβαση των αρχιτεκτόνων Αλ. Τομπάζη και Χ. Μπουγαδέλλη, με στόχο την αποκατάσταση του κτιρίου και, παράλληλα, την προσθήκη μιας 6ώροφης πτέρυγας προς την οδό Βεντήρη.

 

 

Ξενοδοχείο ACROPOL PALACE

 

Το ξενοδοχείο «Ακροπόλ Παλάς» οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1926-1928, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Σωτήριου Μαγιάση (1894-1966). Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της ελληνικής εκδοχής του γαλλικού Art Nouveau. Από τα μπαλκόνια του έχουν κινηματογραφηθεί το 1973 τα πασίγνωστα στιγμιότυπα από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, συμπεριλαμβανομένης της εισβολής του άρματος μάχης. Λειτουργούσε μέχρι τη δεκαετία του 1980 και το 1991 κηρύχθηκε διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ λίγο αργότερα άρχισε η αποκατάστασή του (η οποία έκτοτε καρκινοβατεί), εν όψει πιθανής αξιοποίησής του από το Υπουργείο Πολιτισμού (ιδέα που φαίνεται να έχει πλέον εγκαταλειφθεί).

 

 

Πολυκατοικία Λογοθέτου

 

Το πενταώροφο κτίριο που καταλαμβάνει το τετράγωνο μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας, Κουντουριώτου και Ζαΐμη, οικοδομήθηκε το 1932, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Κυπριανού Μπίρη, αξιόλογου εκπρόσωπου της αρχιτεκτονικής ανανέωσης του 1930. Η συγκεκριμένη πολυκατοικία θεωρείται σημαντικό "πρώιμο δείγμα μοντέρνας αρχιτεκτονικής", με δύο στοές και τρεις υπαίθριους χώρους εσωτερικά, που στόχευαν στην εξασφάλιση επαρκούς φωτισμού και αερισμού των 46 διαμερισμάτων. Αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό δείγμα εφαρμογής του "έρκερ', που συνίσταται στην παρουσία όγκων που προεξέχουν έως και 1,40 μ. από το επίπεδο της όψης (βάσει ρύθμισης του 1923, που άλλαξε νομοθετικά το 1937, μειώνοντας το όριο στα 40 εκατοστά). Πρώτος ιδιοκτήτης υπήρξε ο καθηγητής Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (1878-1961, κατοπινός πρωθυπουργός επί Γερμανικής κατοχής, καταδικασθείς σε ισόβια δεσμά μετά την απελευθέρωση). Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μέχρι τη δεκαετία του 1970, στο κτίριο στεγάστηκε η Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (Κ.Υ.Π.), ενώ δίπλα ακριβώς, επί της οδού Μπουμπουλίνας 18, βρισκόταν η Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφαλείας (κατεδαφισμένη σήμερα). Στη συνέχεια περιήλθε στην ιδιοκτησία του Κ.Κ.Ε. και τέλος στο Υπουργείο Πολιτισμού, που στέγασε εκεί τις κεντρικές του υπηρεσίες.

 

 

Πύργος ATRINA

 

Ο 18όροφος ουρανοξύστης "Atrina" της λεωφόρου Κηφισσίας οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1977-1981, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ιωάννη Βικέλα. Θεωρείται από τα επιτυχέστερα δείγματα γυάλινων πύργων στην Ελλάδα, που εκμεταλλεύεται δημιουργικά τα πλεονεκτήματα των σύγχρονων υλικών.

 

 

Πύργος ΑΘΗΝΩΝ

 

Ο πρώτος ιδιωτικός ουρανοξύστης των Αθηνών οικοδομήθηκε στην περιοχή των Αμπελοκήπων μεταξύ των ετών 1970-1973, βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Ιωάννη Βικέλα και Ιωάννη Κυμπρίτη. Πρόκειται για έναν 25ώροφο γυάλινο πύργο γραφείων, που αποτελεί αρκετά επιτυχή μίμηση των αντίστοιχων αμερικανικών προτύπων, με κάποια στοιχεία ελληνικής "νεοτερικότητας".

 

 

Σαρόγλειο Μέγαρο

 

Το Σαρόγλειο Μέγαρο οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1924 και 1932, επάνω σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη, απόφοιτου της γαλλικής Ecole des Beaux-Arts. Ο Νικολούδης είχε κερδίσει το 1912 τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το νέο Δικαστικό Μέγαρο, του οποίου ως θέση ανέγερσης είχε προσδιοριστεί τότε ο χώρος των Στρατώνων Πυροβολικού, στη συμβολή της Βασιλίσσης Σοφίας με τη Ριζάρη. Το έργο εκείνο ματαιώθηκε και, στη θέση εκείνη κτίστηκε τελικώς, σε σχέδια του ιδίου, το «νεομπαρόκ» Σαρόγλειο, με κληροδότημα του αξιωματικού του Πυροβολικού Πέτρου Σαρόγλου (1864-1920), στο οποίο στεγάζεται η Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΛΑΕΔ).

 
 
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Όροι χρήσης: Για ό,τι ένσταση έχετε για τα κείμενα ή τις φωτογραφίες, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας.